Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Εγγονόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Εγγονόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

Το γεράκι



Ένα γέλιο γυναικείο ακούγεται μακριά. Μια κυρία γελάει κάπου, μακριά μας, κι ο άνεμος φέρνει τον ήχο του γέλιου της μέχρις εδώ.  Μέχρις εδώ, σ' αυτό το έρμο περιγιάλι, κάτω απ' το μολυβή ουρανό, κοντά στ' αφρισμένα κύματα, όπου, στη στάση "τρεις φιλόσοφοι στ' ακροθαλάσσι", ζούμε μέσα σε μια καταθλιπτική μοναξιά. Στα γυμνά πόδια μας φυτρώνουν, λίγο λίγο, φτερά. Ίσως εμείς να 'μαστε αυτός ο θεός Ερμής, τον καιρό της νιότης του.
Αυτή η φοβερή μοναξιά μας! Αυτή η τραγική μοναξιά μας! Γιατί, δεν χωρεί καμιάν αμφιβολία, είμαστε μόνοι, μόνοι, πάντα μόνοι, αιώνια, βασανιστικά, μόνοι. Όλοι. Όλοι. Εμείς, εσείς, όλοι. Όμως εγώ είμαι ο μόνος, πάλι, που δεν την δέχεται την αισχρή τούτη καταδίκη, και διαμαρτύρουμαι, και χτυπιέμαι, και το φωνάζω. Μόνον εγώ. Και μια λεπτομέρεια: η κυρία δεν γελούσε. Έκλαιγε. Μας είχε γελάσει ο άνεμος. Ο άνεμος παρεμόρφωσε τον ήχο. Στο μολυβή ουρανό πετούν πουλιά. Μια βάρκα παλεύει πάνω στ' αφρισμένα κύματα. Είναι μακριά, αλλ' ολοένα πλησιάζει.


Νίκος Εγγονόπουλος

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011




Πολυξένη

Bρυκόλακες αλαλάζοντες και σιδηροπαγείς αύραι μού έφεραν χτες, περί το μεσονύκτιον, μεσουρανούντος του ηλίου της δικαιοσύνης, το μήνυμα του Nτάντε Γκαμπριέλ Pοσσέτη, του Isidore Ducasse και του Παναγή του Kουταλιανού. H πίκρα μου στάθηκε μεγάλη! Mέχρι της στιγμής εκείνης επίστευα εις τα προφητικά οράματα των τορναδόρων, πρόσμενα τους χρησμούς των αλλοφρόνων ιππέων, προσδοκούσα τας μεταφυσικάς επεμβάσεις των αγαλμάτων. Mε γαλήνευε η ιδέα του πτώματός μου. H μόνη μου χαρά ήτανε οι πλόκαμοι των μαλλιών της. Έσκυβα ευλαβικά και φιλούσα την άκρια των δακτύλων της. Παιδί ακόμα, στην δύσιν του ηλίου, έτρεχα ωσάν τρελλός να προφτάσω να κλέψω, πριν νυχτώση, τα λησμονημένα σκιάχτρα μέσ’ απ’ τα χωράφια. Kαι όμως την έχασα, μπορώ να πω μέσ’ απ’ τα χέρια μου, ωσάν να μην ήταν ποτές παρά ένα απατηλόν όραμα, παρά ένα κοινότατο σφυρί. Στη θέση της βρέθηκε μονάχα ένας καθρέπτης. Kι’ όταν έσκυψα να δω μέσα σ’ αυτόν τον καθρέφτη, δεν είδ’ άλλο τίποτες παρά μόνο δύο μικρά λιθάρια: το ένα ελέγετο Πολυξένη, και το άλλο, Πολυξένη επίσης.


Νίκος Εγγονόπουλος
Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν, 1938

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Να πούμε...

Τρατάρηδες εσύρανε έξω στ' ακρογιάλι το τεράστιο κτήνος της θάλασσας. Σφάδαζε πάνω στην αμμουδιά, με τα λευκά μαλακά της κοιλιάς του στραμμένα προς τον ήλιο. Όλος ο αγέρας πλημμύρισε με μια μυρωδιά σα βουρκάρι, που όλο κι' εδυνάμωνε καθώς το ζώο ετίναζε απεγνωσμένα τα πλατειά του γλοιώδη πόδια. Κόσμος μαζώχτηκε τριγύρω να σπουδάση την απαίσια μορφή του τέρατος, να παρακολουθήση την αργή αγωνία του. Θέλησα να πλησιάσω να το δω κι εγώ, αλλά είτανε αδύνατο με το τόσο πλήθος που είχε συναχτή. Μια κυρία ντυμένη με μόνο το καπέλλο της, φορτωμένο μ' αινιγματώδη φτερά, μου εψιθύρισε σε τόνο απαλής στοργής: " - Είναι τυφλό" 'Α, ώστε έτσι, είναι τυφλό! Αφού είναι τυφλο, τι 'ναι λοιπόν αυτά που μας έλεγε ο Seurat περί του κόκκινου φωτοστεφάνου γύρω απο τις πράσινες φυλωσιές, στις παρισινές λεωφόρους, σαν ανάψουν τα φανάρια; Τι 'ναι λοιπόν αυτός ο θόρυβος των παιδικών φωνών που δεν μας αφίνει το τραμ να τις διακρίνουμε καθαρά; Τι 'ναι αυτά τα κόκκινα βελούδινα γάντια που φορέσατε στα χέρια σας; Μη βγάζετε τα παπούτσια σας, καλή, προσμένετε ναρθη η νύχτα. Κι' η νύχτα ήρθε. Το τέρας είχε λησμονηθή, οι τρατάρητες είχανε φύγει, το πλήθος είχε διαλυθή. Το φεγγάρι είτανε τσίγκινο και το μετέφεραν πάνω στο στερέωμα μ' ένα σπάγγο. Η αυλαία άρχισε να πέφτη σιγά σιγά.


Νίκος Εγγονόπουλος
Η επιστροφή των πουλιών