Κυριακή 9 Μαΐου 2010

Ο ΑΓΓΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ DANTE GABRIEL ROSSETI ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ


Άκου!
Σου έλεγα τότε την αλήθεια
την ήξερα τότε την αλήθεια

–  Όχι, μου έλεγες
τα πουλιά φυτρώνουν
τα γουρούνια πετάνε
τα λουλούδια περπατάνε
οι άνθρωποι, λένε πάντα ψέματα

σου έδειχνα ένα πουλί
έλεγες – Είναι λουλούδι
σου έδειχνα ένα λουλούδι
όχι, έλεγες – Είναι πουλί

κι οι άνθρωποι λένε πάντα ψέματα

τώρα εγώ βλέπω το φεγγάρι
αυτό το σπασμένο σπαστικό
παιδί
που ο Ιούλιος Βερν
έλεγε κάποτε:
–  Οι άνθρωποι θα το κατοικήσουν
βλέπω
αυτό το μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
που ρίχνουν κάθε μέρα με κρότο
πάνω του πρόκες
κι επιμένουνε
να τ’ ονομάζουν

ΓΗ

ίσως να είχες δίκιο τότε

γι’ αυτό μπόρεσες και έζησες
γι’ αυτό μπόρεσα και έζησα

ΑΥΓΗ

Μίλτος Σαχτούρης
συλλογή ΧΡΩΜΟΤΡΑΥΜΑΤΑ (1980)


Dante Gabriel Rossetti  (1828-1882)

The Palace of Art by Dante Gabriel Rossetti (1857)

Sibylla Palmifera

Under the arch of Life, where love and death,
Terror and mystery, guard her shrine, I saw
Beauty enthroned; and though her gaze struck awe,
I drew it in as simply as my breath.
Hers are the eyes which, over and beneath,
The sky and sea bend on thee, -which can draw,
By sea or sky or woman, to one law,
The allotted bondman of her palm and wreath.

This is that Lady Beauty, in whose praise
Thy voice and hand shake still, -long known to thee
By flying hair and fluttering hem, -the beat
Following her daily of thy heart and feet,
How passionately and irretrievably,
In what fond flight, how many ways and days!

 





Παρασκευή 7 Μαΐου 2010

Γράμμα απο τα τελευταία


Ακόμα θυμάμαι την άνοιξη, σε πονάει σα μια παλιά
περιπέτεια
το βράδυ που κατεβαίνει μοιράζοντας μοναξιά, τον πιο
μυστικό μου καημό
το απόγευμα μέχρι την ώρα της καρδιάς, το βράδυ ως την 
ώρα του ύπνου
αγάπη μου, όλο και περισσότερο χάνουμε σε αισθήματα
στον κινηματογράφο και στις φιλικές συναντήσεις
στην ευκολία των συναλλαγών, στην κοσμούπολη
ή στην νεκρή επαρχία, στο βουνό και στη θάλασσα, το χειμωνα
ή μια έναστρη βαθιά καλοκαιριά

Η αγνότητα, η καλή καρδιά στην παρέα
όλα σ' αφήνουν ή τους αφήνεις στα μικροπράγματα

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
"Δύσκολος θάνατος" (1950-1953)

Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

Σιωπή, επιτέλους!




 Kenichi Hoshine



Hello darkness, my old friend,

I've come to talk with you again,

Because a vision softly creeping,

Left its seeds while I was sleeping,

And the vision that was planted in my brain

Still remains

Within the sound of silence.

In restless dreams I walked alone

Narrow streets of cobblestone,

'Neath the halo of a street lamp,

I turned my collar to the cold and damp

When my eyes were stabbed by the flash of a neon light

That split the night

And touched the sound of silence.

And in the naked light I saw

Ten thousand people, maybe more.

People talking without speaking,

People hearing without listening,

People writing songs that voices never share

And no one dare

Disturb the sound of silence.

"Fools" said I, "You do not know

Silence like a cancer grows.

Hear my words that I might teach you,

Take my arms that I might reach to you."

But my words like silent raindrops fell,

And echoed

In the wells of silence

And the people bowed and prayed

To the neon god they made.

And the sign flashed out its warning,

in the words that it was forming.

And the sign said, "The words of the prophets

are written on the subway walls

And tenement halls."

And whisper'd in the sounds of silence.






Ποιον ήχο παράγει η σιωπή σου; Είναι απλό. Παράγει τους ήχους του περιβάλλοντος και των άλλων ανθρώπων, συν την απουσία της φωνής σου. Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η συνειδητή απουσία σου ενώ είσαι παρών; Πολλά.Η σιωπή σου μπορεί να είναι συναινετική ή αμυντική ή προκοινωνική, δηλαδή να στέκεις στον χώρο ως βουβή «άγρια» ύλη. Ένα σαρκωμένο μενίρ που αρνείται να γίνει ηχείο. Υπάρχει και η σιωπή του Φρόιντ, ο οποίος συχνά αποκοιμιόταν καθιστός καθώς ο ψυχαναλυόμενος του μιλούσε ξαπλωμένος στον καναπέ, μα δεν είναι της ώρας. Ένα είναι το σίγουρο.

Ότι, καθώς η σιωπή συχνά είναι πιο ασαφής από την ομιλία, πρέπει να την ακούς με μεγαλύτερη προσοχή. Αλλά και να την εκπέμπεις με μεγάλη οικονομία.


Σάκης Σερέφας


Ψιλόβροχο (XI)


Δεν είναι η μνήμη. Σκιά και φως

σιωπή πολύγλωσση κι αγκαλιά μονάχα.


Μάρκος Μέσκος


Τρίτη 4 Μαΐου 2010

Το άρρητο είναι αβαρές


Κι αίφνης το άρρητο μια σαστισμένη σαύρα
πάνω σε ξερολιθιά
στα εσώρουχα του καταρράχτη 
στην αυπνία του κροταλία
στην αφράτη γεωμετρία των φράκταλς

Σκαριά σχημάτων στήνουνε τον χώρο
ο χρόνος είναι ηχοβλεψίας αιρεσιουργός
η απόχη του δεν πιάνει το άρρητο
ούτε τη μάζα του που δεν αλλάζει σε ενέργεια
κι ας πάει να την ξεσέρνει το άγιο φως του Άλμπερτ

Τα νετρίνα δεν έχουν τίποτα που να μετριέται
   το μόνο που μπορούν είναι που καταδιώκουν τ' όνομά τους
         οι πλανήτες να ψήνουνται στο ερυσίπελας
                το ανθηρό εκτόπλασμα του εγώ
να πέφτει σε πληθυντικούς εγείς εγών
                    κι ο λαμπαδίας βήμα χήνας στο λιθόστρωτο

                    Ώ άγρια νοημοσύνη του Χάους 
τα όρια τα όρια 
το άνευ.
Έκτωρ Κακναβάτος
"Χαοτικά Ι"

Δευτέρα 3 Μαΐου 2010

Ονειροπόλος

Ο Ονειροπόλος σε πέντε συνέχειες με τυχαία σειρά και σε άγνωστο χρόνο

Kees van Dongen (1877-1968)
La danse de Carpeaux (Le bal masqué à l'Opéra)

ΙΙ

Υστερα θυμόταν ένα χορό μεταμφιεσμένων. Υποχρεωτικό ένδυμα ορισμένης εποχής. Κυρίες, με μεταξωτά ροζ ή ουρανιά κρινολίνα, με πουδραρισμένα μαλλιά, με πράσινες και χρυσές περούκες, έπεφταν ημίγυμνες, γεμάτες εμπιστοσύνη, στα χέρια των δουκών - χρηματομεσιτών και μαρκησίων - καπνεμπόρων. Εσφίγγονταν τόσο, που τα μέτωπά τους ακουμπούσαν κάποτε στα χείλη των καβαλιέρων και η στεφάνη του κρινολίνου ανασηκωνόταν.
Παραμερίζοντας όλοι, εσχημάτισαν ένα κύκλο στο κέντρο της αιθούσης, και τέσσερα ζεύγη, τα πιο εξαϋλωμένα, άρχισαν να χορεύουν μενουέτο. Η παραίσθησις ήταν πλήρης. Το κομμάτι θα περιείχε βέβαια δυο τρεις μαγικές νότες, που επαναλαμβάνονταν σε κάθε φράση, και οι νότες αυτές δημιουργούσαν την ατμόσφαιρα της περασμένης εποχής, συνεχή, κρυστάλλινη. Τα μικρά, γρήγορα βήματα, οι κομψές υποκλίσεις, τα νοσταλγικά βλέμματα, τα γεμάτα συγκρατημένο ερωτισμό χαμόγελα, περίεργες εστάμπες που είχαν διατηρηθεί άθικτες στην προθήκη ενός μουσείου.
Έπειτα έγινε το πιο απροσδόκητο. Οι χορευτές έχασαν το λογαριασμό τους. Ενώ έπρεπε να υπολογίσουν ακριβώς πόσα χρόνια είχαν υποχωρήσει προς το παρελθόν, για να μπορέσουν να ξαναγυρίσουν και να βρουν την προσωπικότητά τους, έβλεπε κανείς πως είχαν γελαστεί. Ανεπανόρθωτα γελαστεί. Εκατό ολόκληρα χρόνια επροχώρησαν, χωρίς βέβαια να το υποπτευθούνε. Παρακολουθούσε τώρα τις κινήσεις τους. Οι τέσσερεις γυναικείοι σκελετοί, θανάσιμα κομψοί, επήγαιναν προς τους αντρικούς, κ' έπειτα επέστρεφαν με μελαγχολική χάρη, σα ν' αναγνώριζαν το λάθος τους. Οι καβαλιέροι σταματούσαν, και το κρανίο τους εβάραινε στη γη, ενώ ψηλά, με ηλεκτρικά γράμματα που άναβαν κ΄έσβηναν, ήταν γραμμένο: ΑΠΟΚΡΕΩ 2027.

Κ. Γ. Καρυωτάκης
"Τα πεζά"

Κυριακή 2 Μαΐου 2010

Επίκουρου επιστολή προς Μενοικέα


Περί ευτυχίας

[...] Και την αυτάρκεια τη θεωρούμε αγαθό μεγάλο, όχι επειδή μας αρέσει να αρκούμαστε πάντα στα λίγα αλλά για να μπορούμε να αρκούμαστε στα λίγα όταν δεν έχουμε πολλά, πιστεύοντας ακράδαντα ότι ακόμη κι εκείνοι που έχουν ελάχιστα ανάγκη την πολυτέλεια, την απολαμβάνουν όταν την αποκτούν με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση και ότι εκείνα που είναι φυσικό να μας αρέσουν είναι καλοδεχούμενα, ενώ τα άλλα, τα περιττά, δεν μας ενδιαφέρει να τα αποκτήσουμε. Ακόμη ότι ένας λιτός χυλός μπορεί να δώσει την ίδια ευχαρίστηση μ' ένα πολυτελές δείπνο, αρκεί να έχει τη δύναμη να εξαλείψει τελείως το βασανιστήριο που προκαλείται απο την έλλειψή του. Και το ψωμί και το νερό είναι ικανά να δώσουν τη μέγιστη ευχαρίστηση, όταν τα απολαμβάνει κάποιος που τα χρειάζεται πάρα πολύ.
Το να μάθει κανείς στην απλή και όχι στην πολυτελή διατροφή και καλό στην υγεία του κάνει, και τον δυναμώνει στις απαιτήσεις της ζωής, και απολαμβάνει καλύτερα τα πολυτελή γεύματα, που θα του τύχουν, και γίνεται άφοβος στις κακοτυχίες.[...]

Αυτά λοιπόν και όλα όσα σχετίζονται με αυτά να συλλογίζεσαι μέρα και νύχτα και μόνος σου και με τους φίλους σου και ποτέ, ούτε στον ύπνο ούτε στον ξύπνιο σου, δε θα ταραχτείς αλλά θα ζήσεις σαν θεός ανάμεσα στους ανθρώπους. 
Γιατί καμιά ομοιότητα με θνητό ον δεν έχει ο άνθρωπος που ζει περιστοιχιζόμενος απο αγαθά αθάνατα.



Σάββατο 1 Μαΐου 2010

Βράδυ Πρωτομαγιάς


ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

Στα τζάμια σου μπουμπουκιάζει η χτεσινή βροχή
τώρα που η παραλία ανάβει τα φανάρια της.
Ένα καϊκι στάθηκε καταμεσίς στο πέλαγο.
Γαλήνη.
Περίμενε δω με το βλέμμα στις σταγόνες
(δυο ανθισμένες γαλάζιες σταγόνες τα μάτια σου).
Περίμενε. Θα ξημερώσει.
Θέλω να σε ξέρω στο παράθυρο
αγναντεύοντας κατά τον τόπο της χαραυγής
νοσταλγώντας το περσινό καλοκαίρι.
(Τα νερά ν' ανασαίνουν ζεστασιά
το γυμνό σώμα της ημέρας πλαγιάζει μες στα στάχυα
κι ανάμεσα απ' τα δάχτυλα κρυφοκοιτάει μια παπαρούνα.)
Θέλω να σου χαρίσω ένα τόσο δα ουράνιο τόξο
τώρα στα γενέθλια της δεκαοχτάχρονης αυγής,
ένα λουλουδένιο δαχτυλίδι
μια υπόσχεση ελπίδας.


Άρης Αλεξάνδρου
"Ακόμα τούτη η άνοιξη"