Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

Βρύα, λειχήνες....και βιολέτες




Επεισόδιο

Όλη τη νύχτα έβρεχε. Και το πρωί

τα φορτηγά κατέβηκαν με λάστιχα λασπωμένα.

Οι νεκροί μετακομίζουν σ' άλλα σώματα αφήνοντας

μεγάλες γρατσουνιές στο δέρμα.

Ο ουρανός το γυρίζει

γρήγορα στο γαλάζιο.

Ένας ήλιος καυτός περνάει

σφυρίζοντας πάνω απ' το κεφάλι μου.

«Ο θάνατος δεν είναι τίποτα» μου έλεγε

τις προάλλες ένας ταξιτζής.

«Μια απλή διακοπή του φωτός. Όπως όταν

δεν έχεις να πληρώσεις το λογαριασμό».


 
LENTO

Τώρα οι βιολέτες δεν φουντώνουν
Μόνο τα δάχτυλα του χρόνου
άσπρα και λεπτά
ηχούν στα πλήκτρα της ψυχής σου
μια μελωδία της αβύσσου.
Δίχως αυτά
ο ήλιος θα βούλιαζε στη δύση.
ζεστή θα σε είχε προσαρτήσει
το τίποτα.



Η Δευτέρα Παρουσία

Θα ’ναι μια κρύα νύχτα (αλλά και η νύχτα
πριν από αυτήν θα ’ναι εξίσου κρύα).
Θα μας σκεπάζουν λειχήνες, βρύα,
χόρτα των τοίχων. Το σκοτάδι θ’ αλυχτά.

Χίλιοι άνθρωποι δεν θα μπορούν να σηκώσουν
μαζί ένα πεσμένο φύλλο.
Κι άλλο για ένα σάπιο μήλο
θα πουλάν την ψυχή τους όσο-όσο.

τρομαγμένοι –θα σκούζουν οι σειρήνες–
οι άγγελοι ( ανάποδα, με το κεφάλι
προς τα κάτω ) θα πέφτουν με αλεξίπτωτα.

Χλωμούς, ανήμπορους από τη ζάλη,
θα τους ρουφούν ηδονικά οι δίνες
του μηδενός, του τίποτα.


Ποίηση: Νάσος Βαγενάς
Φωτογραφία: Alexey Titarenko

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

Παραλήρημα


Beep, beep


Θνητός καλεί ακρόαση
Μαξίμου. Over. Στη γραμμή
Ουαου! σ’ ακούω ξύλινο
σαν ληγμένο προϊόν



Beep, beep


Νε – Νεκρόπολη, Μητρόπολη
Μελλοθάνατοι, μα ζώντανοι
Νε – Νεκρόπολη, Μητρόπολη



Καλό το παραμύθι σου μα δεν έχει δράκο
πείσε με τώρα ναι. Πως είμαι εγώ το λάθος
που χάλασε την συνταγή στη κρατική σου παρακμή
ανατοπία ο ιός γέννημα ιδανικών


Καταστολή - Λοβοτομή
Καταστολή στο περιθώριο
Καταστολή

Τα ψεύτικα λόγια η ρηχή σου σκέψη
κομμάτι των όσων δεν προσκυνάς
οι εραστές της εξουσίας
παιγνίδι παίζουν μα εσύ γελάς.

Καταστολή - Λοβοτομή
Καταστολή στο περιθώριο
Καταστολή


Χρόνια ντροπής
και απραξίας
χαλύβδινης
κομματικής σιωπής.
Προστάτες ψάχνεις
ξένες δυνάμεις
γιγάντων πλάτες
να στηριχθείς.

Δεν έχεις φωνή
ποιος για σένα θα φωνάξει
ποιος θα συμπαρασταθεί
ποιος θ' ακούσει τα όνειρά σου
να ζεστάνει τη καρδιά σου.

Σε τι καλούπι θέλεις να χωρέσω
πως εννοείς να προσαρμοστώ

Παραλήρημα σε κομμάτια στίχων τραγουδιών απο τους Panx Romana


















(via pawcrisis)


Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

Αγγίζω δίχως φόβο ηλεκτροφόρα σύρματα


Για να ανεβείς είναι αναγκαίο να ανεβείς, αλλά είναι επίσης αναγκαίο
να υπάρχει ύψος.



Αστεροσκοπείο

Διαρρήχτες του ήλιου
δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα
δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός
Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ' άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες τών δειλών στα χέρια
παραμονεύουν σ' άλλους πλανήτες το φως
Να πεθάνουν
Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της
από το χρώμα του το κάθε λουλούδι
από το χάδι του το κάθε χέρι
απ' τ' ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί



Ο Συλλέκτης

Μαζεύω πέτρες γραμματόσημα
πώματα από φάρμακα σπασμένα γυαλικά
πτώματα απ’ τον ουρανό
λουλούδια
κι ό,τι καλό
σ’ αυτό τον άγριο κόσμο
κινδυνεύει
ψηλά κοιτάζω σαν χαρταετός
ο Σταυραετός να φεύγει
αγγίζω δίχως φόβο ηλεκτροφόρα σύρματα
αυτά δε με αγγίζουν
ο ήλιος μαζεύει τις ημέρες μου
γελώντας
μονάχα η ψυχή στ’ αυτί μου
ψιθυρίζει λέγοντας:
σκοτείνιασε σκοτείνιασες
γιατί;
δεν είσαι τρομαγμένος;


Ποιήση Μ. Σαχτούρης
Φωτογραφία Kansuke Yamamoto (1914-1987)

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Άνθρωποι μέσα στη νύχτα


Οι νύχτες για τα πλήθη δεν έγιναν, στοχάσου.
Η νύχτα σε χωρίζει απο τον γείτονά σου,
γι' αυτό, δεν πρέπει εσύ να τον ζητήσεις.
Κι αν, νύχτα, ανάψεις φως στην κάμαρά σου,
στο πρόσωπον άνθρώπους ν' αντικρύσεις...
ποιούς; - πρέπει τον εαυτό σου να ρωτήσεις.

Οι άνθρωποι είναι φοβερά αλλοιωμένοι
απο το φως, που ιδρώνουνε τα πρόσωπά τους, 
κι αν, νύχτα, τύχαινε να' ναι μαζεμένοι,
έναν κόσμο, που θα παραπάταγε, να δεις
θα μπορούσες, ο ένας στον άλλο πάνω ακουμπισμένοι.
Κίτρινο φως, πάνω στα μέτωπά τους, 
όλες τις σκέψεις έδιωξε μακρυά,
το κρασί τρέμει μες στα βλέμματά τους
και στα χέρια τους κρέμεται η βαρειά
χειρονομία, που μ' αυτήν εννοούνε,
όταν συνομιλούν, ο ένας τον άλλο, και σ' αυτό
απάνω, ολένα λεν: Εγώ κ' Εγώ
και, με το Εγώ, έναν άλλον, οποιονδήποτε, θεωρούνε.


Rainer Maria Rilke
Ποιήματα

Ακούω Felix Lajko  - A madarnak (to the bird)

 

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

Το χαμάμ

Δράμα σε έξη πράξεις με τσίρκο και πυροτεχνήματα


ΤΣΟΥΝΤΑΚΟΒ
Πάψε πια να πλαταγάς τη γλώσσα σου, σα να χτυπάς τον αριθμητήρα της σύγχρονης μικροπολιτικής! Η ιδέα μου είναι απείρως μεγαλειωδέστερη! Ο Βόλγας του ανθρώπινου χρόνου, όπου μας έρριχνε η γέννησή μας σα νάμασταν κορμοί δέντρων για πολτοποίηση κι εμείς στροβιλιζόμασταν παρασυρμένοι απ' το ρεύμα του - ο Βόλγας αυτός αρχίζει κιόλας να γίνεται του χεριού μας. Θα αναγκάσω τον χρόνο να σταματάει και να καλπάζει προς την κατεύθυνση που θέλω εγώ, με την ταχύτητα που θα διαλέξω εγώ! Οι άνθρωποι θα μπορούν να κατεβαίνουν απ' τις μέρες, όπως κατεβαίνουν οι επιβάτες απ' τα τράμ ή τα λεωφορεία.  Με τη μηχανή μου θα μπορείς να σταματάς τη στιγμή της ευτυχίας και να την απολαμβάνεις ένα μήνα, μέχρι που να βαρεθείς. Με τη μηχανή μου θα μπορείς να εξανεμίσεις τ' αργόσυρτα, τ' ατέλειωτα χρόνια της δυστυχίας, να βυθίσεις το κεφάλι μες στους ώμους κι' απο πάνω σου, χωρίς να σ' αγγίξει, χωρίς να σε πληγώσει, θα περνάει εκατό φορές στο λεφτό το βλήμα του ήλιου, ώσπου να δώσει τη χαριστική βολή στις μαύρες μέρες. Κοίτα, οι πυροτεχνικές φαντασίες του Ουέλλς, το φουτουριστικό μυαλό του Αϊνστάϊν, η ζωώδης συνήθεια της χειμερίας νάρκης των άρκτων και των γιόγκι - όλα, όλα τα πάντα βρίσκονται πρεσσαρισμένα, συμπυκνωμένα σαν ένα κράμα μέσα σ' αυτήν την μηχανή.

ΒΕΛΟΣΙΠΕΝΤΚΙΝ
Δεν καταλαβαίνω σχεδόν τίποτα κι' εν πάση περιπτώσει δε βλέπω τίποτε απολύτως.

ΤΣΟΥΝΤΑΚΟΒ
Μα βάλε λοιπόν τα γυαλιά σου! Σε τυφλώνουν αυτά τα πλακίδια της πλατίνης και του κρυστάλλου, ετούτο το δικτυωτό των φωτεινών ακτίνων. Βλέπεις; Βλέπεις;

ΒΕΛΟΣΙΠΕΝΤΚΙΝ
Βλέπω. Κι' ύστερα;

ΤΣΟΥΝΤΑΚΟΒ
Κοίτα. Διακρίνεις αυτές τις δύο βέργες, την κάθετη και την οριζόντια; Βλέπεις που έχουν κάτι υποδιαιρέσεις σαν τις ζυγαριές; 

ΒΕΛΟΣΙΠΕΝΤΚΙΝ
Τις βλέπω. Κι' ύστερα;

ΤΣΟΥΝΤΑΚΟΒ
Με τις βέργες αυτές υπολογίζεις τον κύβο του αναγκαίου χώρου. Κοίτα, βλέπεις αυτό εδώ που μοιάζει με τιμόνι αυτοκινήτου; Είναι ο ρυθμιστής...

ΒΕΛΟΣΙΠΕΝΤΚΙΝ
Το βλέπω. Κι' ύστερα; 

ΤΣΟΥΝΤΑΚΟΒ
Μ' αυτό το κλειδί απομονώνεις τον επιλεχθέντα χώρο και απαλλάσσεις απο κάθε βάρος όλα τα πεδία της γήϊνης έλξης και μ' αυτούς εδώ τους παράξενους μικρούς μοχλούς, βάζεις μπρός, πατάς ταχύτητα και οδηγείς το όχημα στον χρόνο.

ΒΕΛΟΣΙΠΕΝΤΚΙΝ
Κατάλαβα! Υπέροχο! Καταπληκτικό!!! Πάει να πει, αν τύχει λόγου χάρη να συγκληθεί το ανενωσιακό συνέδριο για να συζητήσει το πρόβλημα της κατασβέσεως των φλεγόντων προβλημάτων και δοθεί, ως είναι φυσικόν , ο λόγος στον κρατικώτατο σύντροφο Κόγκαν, για να χαιρετήσει το συνέδριο εκ μέρους της Κρατικής Ακαδημίας των επιστημονικοποιημένων Καλών Τεχνών, τότε, μόλις αρχίσει να λέει: "Σύντροφοι, μεσ' απ' τα γαμψόνυχα της μπουρζουαζίας περνάει σαν κόκκινη κλωστή το κύμα των απεργιών..." - εγώ τον απομονώνω απ' το προεδρείο και δίνω φαϊρόπ στον χρόνο με ταχύτητα εκατόν πενήντα λεπτά σ' ένα τέταρτο. Οπότε αυτός εκφωνεί τον χαιρετισμό του, ιδρωκοπάει μιάμιση ώρα συνέχεια και το ακροατήριο κοιτάει. Πριν καλά-καλά προφτάσει ο ακαδημαϊκός ν' ανοίξει το στόμα του, ακούγονται εκκωφαντικά χειροκροτήματα. Όλοι αναστενάζουν με ανακούφιση, σηκώνουν απ' τις πολυθρόνες τους φρεσκότατους πισινούς τους και πάνε στις δουλειές τους. Έτσι;


Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκη
Θεατρικά " το χαμάμ" (1929-1930)
Μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Υλικό ονείρων με τον Μιχάλη Κατσαρό (08-10-11)


Πάντα και πάντα τρέχουμε προς την ελευθερία

Κι' αυτή δεν έρχεται ποτέ - μάς περιπαίζει

έτσι που τής φορέσαμε αέρινες σκιές

πράγματα χωρίς νόημα - εσθήτες λαμπερές

δάφνες ανάπηρες - στολές στρατιωτικές

τόσα πολλά ποιήματα κι' εξάρσεις



Μιχάλης Κατσαρός
(απόσπασμα από το ανέκδοτο ποίημα «Οι ήρωες») -via

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Εγώ υπάρχω


Pierre Boucher (1908-2000)
























Κάτω απ' την κυανή αιχμαλωσία τ' ουρανού
είμαι ο ταμίας της τύχης μου.
Φίλος του νερού άνωθεν
κι ο ουρανός
συνάλλαγμα της ταπεινώσεως.



Νίκος Καρούζος
6 ποιήματα για το θήλυ απο την συλλογή "η πρώτη εποχή"