Όχι πια νόμος και τάξη, αλλά ελευθερία· εναντίον της βασιλείας της γραφειοκρατίας ορθώνεται ο αυθορμητισμός του ατόμου· εναντίον του αντικειμένου και της καταναλώσεως ορθώνεται η ζωή: δεν μας χρειάζεται να κατέχουμε, να έχουμε περισσότερα, αλλά να είμαστε ολοκληρωτικά εμείς οι ίδιοι.
Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012
Οι δημοκρατίες αυτοκτονούν
Όχι πια νόμος και τάξη, αλλά ελευθερία· εναντίον της βασιλείας της γραφειοκρατίας ορθώνεται ο αυθορμητισμός του ατόμου· εναντίον του αντικειμένου και της καταναλώσεως ορθώνεται η ζωή: δεν μας χρειάζεται να κατέχουμε, να έχουμε περισσότερα, αλλά να είμαστε ολοκληρωτικά εμείς οι ίδιοι.
Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012
Desire & Denial
![]() |
| Hell above - Heaven below |
![]() |
| Seeing Through the Eyes of My Crow #1 |
![]() |
| Our journey 2 |
![]() | ||||||
| A beginning and an end |
Artist John Halaka
Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012
VIII
Ίσως όλοι οι δράκοι της ζωής μας νάναι πριγκιπέσες, που δεν προσμένουν παρά την ώρα που θα μας δουν όμορφους και τολμηρούς. Ίσως κάθε τι τρομαχτικό νάναι, στο απώτατο βάθος του, έρημο κι αβοήθητο και να προσμένει απο μ α ς βοήθεια.
Rainer Maria Rilke
Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή
Μτφρ. Μάριος ΠλωρίτηςΠαρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012
Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011
Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011
Σημειώσεις τριών νυχτών
![]() |
| Henry Stuart Wortley (British, 1832 – 1890) The Day is Done, and the Darkness Falls from the Wings of Night., about 1862 |
Ι
Όταν ήταν σκοτεινά σαν τότε που η απάντηση
ήλθε πολύ κρυφά κι ανέβηκε απ΄τη γη στα μάτια
όπως ανεβαίνει ο υδράργυρος του θερμομέτρου
ή όπως το ήρεμο τριφύλλι πάει στον ουρανό
σαν τότε που είχαν βρεθεί χιλιάδες στόματα
για την εξόριστη φωνή, άλλοι στο δρόμο
απο χέρι σε χέρι κουβαλούσαν τη ζωή τους
άλλοι κουνούσαν τα χέρια τους και αποχαιρετούσαν
άσπρα βαπόρια απο σύννεφο με γυαλιστερά φινιστρίνια
σαν κοριτσίστικα μάτια πρωί-πρωί που ανοίγουν
Οι βιαστικοί τρέχαν να προλάβουν κάποιον
να τον καλωσορίσουν για να κοιμηθούν ήσυχοι.
ΙΙ
Αυτά ήταν τα όστρακα τ' ασημένια, τα μάζεψα
ένα-ένα απ' της πίκρας σου τ' αυλάκι
Αυτές ήταν οι πεταλούδες με τα μισοκαμένα φτερά
μια-μια τις μάζεψα
απο το δέρμα σου που - όπως σε προσκλητήριο
μετά απ' τη μάχη δε λέει "παρών" ο στρατιώτης
που έπαιζε οκαρίνα και διασκέδαζε το λόχο -
το δέρμα σου δε λέει "παρών"
Αυτά τα όστρακα κι αυτές τις πεταλούδες
σ' τα δίνω και τα ξαναπαίρνω
μέχρι να παλιώσουν
σα χαρτονομίσματα
που παν απο χέρι σε χέρι
ή απο φόνο σε φόνο
Καληνύχτα ώρα να φεύγουμε
Γαυγίζει το θάνατο
το σκυλί.
ΙΙΙ
Κοιτάζει, κάνει μια τελευταία προσπάθεια
εν ανάγκη σκουπίζεται με το μαντήλι του
μέχρι να ξεβάψει
μετά βγαίνει έξω με το φυσικό του χρώμα
όπως όταν σε υπόγειο φυτρώνει
μια τρυφερή φασουλιά που τεντώνεται
και ξεμυτίζει απ' τη χαραμάδα που μπάζει φως
Συναντάει ένα γνωστό τον χαιρετά και του λέει
ότι στον τέταρτο όροφο περιμένει μια κυρία
που τα μάτια της κλείνουν και ανοίγουν
κάθε φορά σε άλλη σελίδα
έτσι που να μαθαίνεις άκρες - μέσες
το περιεχόμενο του βιβλίου
παίρνεις το χέρι της το κρύβεις σ' ένα κουτί
και το 'χεις πάντα στη διάθεσή σου
ακόμα κι όταν λείπουν τα τριζόνια
και το συρτάρι παίρνει φωτιά με τα χειρόγραφα
Αυτά σκεφτόμουν και ήξερα πόσο γρήγορα
παν τα τηλεγραφήματα με τις ευχές
ή με την αγγελία θανάτου
Δημήτρης Π. Παπαδίτσας
Ποίηση 1
εκδ. στιγμή
Σημ. Αυτή είναι η πρώτη και μεγαλύτερη νύχτα
Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








