Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

H Νύχτα και ο Χρόνος

Johannes Vermeer-View of Delft (1660-1661)

Τη νύχτα της περασμένης Δευτέρας
την είδε στ' όνειρό του.
Βρέθηκαν λέει στο Ντελφτ
και ήταν ακόμη ωραία
και κάθισαν στην πλατεία
και θυμήθηκαν τα παλιά.
Το φως ήταν χρυσό
όπως στον Βερμέερ.

Της τηλεφώνησε στ΄όνειρό του
κι εκείνη του είπε: Μα πώς ξεχνάς;
Πράγματι συναντηθήκαμε στο Ντελφτ
την περασμένη Δευτέρα
και καθίσαμε στην πλατεία
και ήθελες να περάσουμε μαζί τη νύχτα
και ήθελα
μα δεν μπορούσα και σου είπα
έχει χαθεί για μας ο Χρόνος.

Κι εσύ τότε μου είπες:
'Ας μείνουμε μέσα σ' αυτό το φως.
Ίσως όλος ο Χρόνος είναι μόνο μια νύχτα
και δεν θα θυμηθούμε ποτέ
αν τη ζήσαμε ή την είδαμε στ' όνειρό μας.

Ρόττερνταμ: 16/6/2003

Γιώργης Παυλόπουλος

Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

Σελήνη δως μου την άλλη σου πλευρά



Σήμερα - μέρα των ψυχών - βρήκες να σκεφτείς πως 
δεν  αξίζει τίποτε η ζωή σου;



Τι καθαρό φεγγάρι! Και να το σέρνει έτσι στη σκόνη
αυτός ο μοναχός!




Μέσα στη νύχτα, η φλόγα ξεψυχάει παγωμένο λάδι.



Το άλογό μου καλπάζει στα χωράφια. Είμαι κι εγώ
μεσ’ στην εικόνα! Ακούτε;



 
Ποίηση χαϊκάι Ματσούο Μπασό 
Μουσική Θανάσης Παπακωνσταντίνου απο τον Ελάχιστο Εαυτό

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011

Ο κόσμος είναι σαν μπαξές




Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

Sayat Nova


Το βλέμμα του Ευάγγελου Ζάχου και των Χειμερινών Κολυμβητών


Στου Καραμπάχ τα υψίπεδα καλπάζει
ένας ασίκης της Ανατολής
που άφησε το ροκάνι για το σάζι,
Σαγιάτ Νοβά, ο αιώνιος σεβνταλής.

Και λέει και τις χορδές γλυκά χτυπάει:
- Τι μου 'κανες αγάπη μου, ξανά;
Το αίμα του ροδιού με κυνηγάει
κι όταν πονώ, στενάζουν τα βουνά!

Κι ο Καύκασος τα ακούει και ρωτάει:
- Από πού είν' ο ασίκης που περνά
και που σε τόσες γλώσσες τραγουδάει,
πέρσικα, αρμένικα, γεωργιανά;

- Από τον πύργο της Βαβέλ κρατάει,
είπε το όρος Αραράτ, τον είδα,
χωριό του ο έρωτας και τραγουδάει
πως η αγάπη δεν έχει πατρίδα!

Λιώσανε πια στον Καύκασο τα χιόνια
κι είπανε στο Σαγιάτ το μυστικό τους
και τώρα, πάνω από διακόσια χρόνια,
όλες οι φάρες της Ανατολής το λεν δικό τους.


Στίχοι: Ευάγγελος Ζάχος
Μουσική: Χειμερινοί Κολυμβητές
Ερμηνεία: Αργύρης Μπακιρτζής, Μιχάλης Σιγανίδης και Χορωδία


Το βλέμμα του Sergei Parajanov

Sayat Nova - The colour of pomegranates (1968)




Σκηνοθεσία: Sergei Parajanov
Μουσική: Tigran Mansurian
Πρωταγωνιστεί ή Sofico Chiaureli σε πενταπλό ρόλο

 
Ο αρμενικής καταγωγής σκηνοθέτης Sergei Parajanov, ο οποίος έζησε στη Γεωργία, (1924-1989) ήταν ένας απο τους πιο αμφιλεγόμενους σκηνοθέτες της Σοβιετικής εποχής. "Το χρώμα του ροδιού" γυρίστηκε στην πατρίδα των προγόνων του την Αρμενία. Αλλά ακόμα κι εκεί αντιμετώπιζε την συνεχή παρενόχληση των κυβερνητικών αξιωματούχων που του στέρησαν βασικό κινηματογραφικό εξοπλισμό, φιλμ και φωτισμούς.
Απογοητευμένος ή μάλλον αηδιασμένος απο την εμπειρία είχε πει τότε ότι θα εγκαταλείψει τον κινηματογράφο και τα λόγια του αυτά έμοιαζαν να είναι προφητικά αφού η διένεξη που προκάλεσε "το χρώμα του ροδιού", τον οδήγησε στην δίκη, φυλάκιση και τελικά στην απαγόρευση να γυρίζει ταινίες για τα επόμενα 15 χρόνια.
Η ταινία περιγράφει την ζωή του Αρμένιου ποιητή και τροβαδούρου Aruthin Sayadian (1712-1795) γνωστού και ως Sayat-Nova. Όχι όμως στα πλαίσια μιας βιογραφίας αλλά περισσότερο εικονογραφώντας με ποιητικές αλληγορίες και συμβολισμούς, κάποια  στιγμιότυπα της ζωής του ποιητή.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ταινία είναι ένα τέχνασμα, εξερευνώντας την ζωή του Sayat nova μέσα απο tableau vivants που πετυχαίνουν μία σύνθεση αισθητικής του πρώιμου σινεμά, με Βυζαντινές επιρροές, και με το στυλ της επίπεδης προοπτικής που κυριαρχεί συνήθως στην θρησκευτική ορθόδοξη τέχνη καθώς και με τελετουργικές χορογραφίες των παραδοσιακών κουλτούρων.
Κάποιες απο τις πιο ποιητικές και αναγνωρίσιμες στιγμές της αφηγηματηκότητας του έργου είναι το θαύμα της μουσικής όπως παρουσιάζεται στον μικρό Sayat Nova απο τους διάφορους δασκάλους μουσικής κάτω απο αιωρούμενα μουσικά όργανα, η αγάπη για την λογοτεχνία όπως απεικονίζεται σ'εκείνη την μοναδική στιγμή όπου στην προσπάθεια να σώσουν τα μουσκεμένα βιβλία, τα τοποθετούν πάνω στην στέγη μιας εκκλησίας για να στεγνώσουν. Ο μικρός Σαγιάτ Νοβά στέκεται ανάμεσα σε δεκάδες σελίδες να φτερουγίζουν στον άνεμο.
Το σίγουρο είναι ότι η υφή της ταινίας επιβεβαιώνει τις προσωπικές δηλώσεις του Sergei Paradjanov σχετικά με την πηγή της έμπνευσής του: “ Η σκηνοθεσία έχει σχέση με την αλήθεια, τον Θεό, τον έρωτα και την τραγωδία”. “Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο”.

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

Του κάτω κόσμου οι φυλακές





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΓΑΜΟΥ
Τοῖσι δὲ τερπομένοισι μέλας ἐπὶ ἕσπερος ἦλθε·
ΟΔΥΣΣΕΙΑ Σ 306
Στην πλώρη στεκόταν ο γέρος βαρκάρης αμίλητος.
Με το κοράκι στον ώμο.
Και πίσω, σοβαρός μέσα στο μαύρο κοστούμι του κι ατσαλάκωτος
αρμένιζε ο γαμπρός.
Κι ανάμεσά τους η νύφη, πανέμορφη μέσα στα κάτασπρα.
Κρατώντας τα λουλούδια στα χέρια, βιολέτες και υάκινθους.

Κι ένα φως κάπου στο βάθος.
Όχι απο φεγγάρι, ούτε απο φάρο, ένα ανεξήγητο φως.
Που σαν να τους τραβούσε κοντά του και σαν να τους μάγευε.

Γιατί δεν ήταν ούτε κουπί, ούτε τιμόνι που οδηγούσε τη βάρκα.
Παρά μόνη της, απο αράγιστο αεράκι σμπρωγμένη
κι απο κύμα ανεπαίσθητο, σαν μαγεμένη προχωρούσε
προς το άγνωστο.

Προς την κατασκότεινη τρύπα στο βάθος, που στο έμπα της
σελάγιζε εκείνο το παράξενο, το υποχθόνιο φως.

Που σαν να ήταν ο σκοπός της ζωής τους
τους τραβούσε μέσα απ' το ανυποψίαστο όνειρο και τους 
πλάνευε.

Θανάσης Κ. Κωσταβάρας
Κήποι στον Παράδεισο



The Gibber

At the wood's mouth,
By the cave's door,
I listened to something
I had heard before.

Dogs of the groin
Barked and howled,
The sun was against me,
The moon would not have me.

The weeds whined,
The snakes cried,
The cows and briars
Said to me: Die.

What a small song. What slow clouds. What dark water.
Hath the raine a father? All the caves are ice. Only the snow's
here.
I'm cold. I'm cold all over. Rub me in father and mother.
Fear was my father, Father Fear.
His look drained the stones.

What gliding shape
Beckoning through halls,
Stood poised on the stair,
Fell dreamily down?

From the mouths of jugs
Perched on many shelves,
I saw substance flowing
That cold morning.
Like a slither of eels
That watery cheek
As my own tongue kissed
My lips awake.

Is this the storm's heart? The ground is unsmiling itself.
My veins are running nowhere. Do the bones cast out their
fire?
Is the seed leaving the old bed? These buds are live as birds.
Where, where are the tears of the world?
Let the kisses resound, flat like a butcher's palm;
Let the gestures freeze; our doom is already decided.
All the windows are burning! What's left of my life?
I want the old rage, the lash of primordial milk!
Goodbye, goodbye, old stones, the time-order is going,
I have married my hands to perpetual agitation,
I run, I run to the whistle of money.

Money money money
Water water water

How cool the grass is.
Has the bird left?
The stalk still sways.
Has the worm a shadow?
What do the clouds say?

These sweeps of light undo me.
Look, look, the ditch is running white!
I've more veins than a tree!
Kiss me, ashes, I'm falling through a dark swirl. 

Theodore Roethke
The lost son

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

Ποίημα


Πρώτη Όψη

ΚΟΙΜΑΣΑΙ. Σε ξυπνάω.
Το έξοχο πρωί σου δίνει την ψευδαίσθηση πως κάτι αρχίζει.
Ξέχασες τον Βιργίλιο. Τα εξάμετρα να τα.
Σου φέρνω χίλια πράγματα.
Των Ελλήνων τα τέσσερα στοιχεία: γη, νερό και φωτιά και αιθέρα.
¨Ενα μονάχα γυναικείο όνομα.
Τη φιλία της σελήνης.
Τα λαμπερά του άτλαντα χρώματα.
Τη λησμονιά που εξαγνίζει.
Τη μνήμη που επιλέγει και ξαναεγγράφει.
Τη συνήθεια που μας κάνει να νιώθουμε αθάνατοι.
Τη σφαίρα και τους δείκτες που τέμνουν τον άθικτο χρόνο.
Την ευωδία του σάνταλου.
Τις αμφιβολίες που αποκαλούμε, με κάποια ματαιοδοξία, μεταφυσική.
Του ραβδιού την καμπύλη που ελπίζει το χέρι σου.
Τη γεύση που σ' αφήνει το σταφύλι και το μέλι.

Πίσω όψη

ΝΑ ΞΥΠΝΑΣ κάποιον που κοιμάται
είναι μια πράξη καθημερινή, κοινή
που θα μπορούσε όμως να μας συνταράξει.
Να ξυπνάς κάποιον που κοιμάται
είναι σα να επιβάλλεις στον άλλον
την αέναη φυλακή του σύμπαντος.
Καθώς και τον χρόνο του, χωρίς αυγή ή δειλινό.
Είναι να του αποκαλύπτεις ότι είναι κάτι ή κάποιος
δεμένος μ' ένα όνομα που το δημοσιεύει
και μ'  ένα πλήθος περασμένα.
Είναι να του ταράξεις την αιωνιότητα.
Είναι να τον φορτώνεις με αιώνες και άστρα.
Είναι να επιστρέφεις στον κόσμο άλλος Λάζαρος
φορτωμένος με μνήμες.
Είναι να διασύρεις το νερό της Λήθης.


Jorge Louis Borges
Η ιστορία της νύχτας και άλλα ποιήματα

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Η γατούλα (putain de toi)


Εκείνο τον καιρό που ζούσα στο φεγγάρι
οι χαρές της ζωής για μένα ήτανε ξένες
Έσπερνα βιολέτες τραγουδούσα για δεκάρες
μάζευα τις γάτες τις ξεστρατισμένες.

Ρεφρεν
Αχ εσύ τσουλάκι μου
χτυπώ το κεφαλάκι μου!

Βράδυ βροχερό γρατζουνάν την πόρτα
τρέχω για να δω καμιά γάτα πάλι
Θε μου ένα γατάκι μου 'φερε η βροχούλα
μες στο σπιτικό μου τα δικά σου κάλλη.

Φυστικιά τα μάτια και σκιστά στις άκρες
στην καρδιά μου απλώνεις πόδι βελουδένιο
ευτυχώς για μένα δεν είχες μουστάκια
κι είχε η αρετή σου βάρος πουπουλένιο.

Ζούσα τη ζωή μου μποέμικα κι ωραία
στη φωτιά τη βάζεις των είκοσί σου χρόνων
για λουλούδια γάτες για τα ποιήματά μου
Ησουν συ ο ήλιος κι η βροχή τους μόνον.

Ο καιρός περνούσε κύλαγε ολοένα
κι ό,τι ο έρωτάς μας πήρε να ωριμάζει
καις κάτι τραγούδια φτύνεις στις βιολέτες
και τσιμπάς τις γάτες για να κάνεις χάζι.

Και το πιο σπουδαίο, βρωμερή γατούλα
κάποτε που βρήκες άδειο το ντουλάπι
δίχως ντροπή τρέχεις και για λίγο κρέας
κάτω απ' τα σεντόνια πέφτεις του χασάπη.

Τέλειωσε πια είπα ως εδώ ήταν όλα
σ' άλλη τέτοια αγάπη δε θα κάνω χάρη
           Φόρεσα τα κέρατα
           Πήρα τα λουλούδια
Κι όλα τα γατιά μου κι όλα τα τραγούδια
να ΄μαι πάλι μόνος πάνω στο φεγγάρι.


Georges Brassens
Ο γορίλας και άλλα ποιήματα
Μεταγραφή Γιάννης Βαρβέρης 
 
Noir Desir & Olivia Ruiz - Putain de Toi