Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

VIII


Borgeby gard, Flaedie, Σουηδία
12 Αυγούστου 1904.




Ίσως όλοι οι δράκοι της ζωής μας νάναι πριγκιπέσες, που δεν προσμένουν παρά την ώρα που θα μας δουν όμορφους και τολμηρούς. Ίσως κάθε τι τρομαχτικό νάναι, στο απώτατο βάθος του, έρημο κι αβοήθητο και να προσμένει απο μ α ς βοήθεια.


Rainer Maria Rilke
Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή
Μτφρ. Μάριος Πλωρίτης

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Plasma



Live



Album Version



Για πού τό ’χεις βάλει, σιγιρίγια,
με τον ακέφαλο ρυθμό σου;
Ποιο φεγγάρι θ’ αντέξει τον πόνο σου
που ’ν’ απ’ ασβέστη και βατόμουρα;

Χώμα με φώτα,
ουρανός χωμάτινος.


Federico Garcia Lorca

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011

Κατοπινό ειδύλλιο



Τρυφερός (όσο γίνεται)
θα περιμένω
τον άλλο αιώνα
ν' αγαπήσω.


Μάρκος Μέσκος
"Μαύρο Δάσος"

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Σημειώσεις τριών νυχτών

Henry Stuart Wortley (British, 1832 – 1890)
The Day is Done, and the Darkness Falls from the Wings of Night., about 1862

Ι

Όταν ήταν σκοτεινά σαν τότε που η απάντηση
ήλθε πολύ κρυφά κι ανέβηκε απ΄τη γη στα μάτια
όπως ανεβαίνει ο υδράργυρος του θερμομέτρου
ή όπως το ήρεμο τριφύλλι πάει στον ουρανό
σαν τότε που είχαν βρεθεί χιλιάδες στόματα
για την εξόριστη φωνή, άλλοι στο δρόμο
απο χέρι σε χέρι κουβαλούσαν τη ζωή τους
άλλοι κουνούσαν τα χέρια τους και αποχαιρετούσαν
άσπρα βαπόρια απο σύννεφο με γυαλιστερά φινιστρίνια
σαν κοριτσίστικα μάτια πρωί-πρωί που ανοίγουν

Οι βιαστικοί τρέχαν να προλάβουν κάποιον
να τον καλωσορίσουν για να κοιμηθούν ήσυχοι.

Dorothea Lange
Full Moon, Southwestern Utah, 1953

ΙΙ

Αυτά ήταν τα όστρακα τ' ασημένια, τα μάζεψα
ένα-ένα απ' της πίκρας σου τ' αυλάκι
Αυτές ήταν οι πεταλούδες με τα μισοκαμένα φτερά
μια-μια τις μάζεψα
απο το δέρμα σου που - όπως σε προσκλητήριο
μετά απ' τη μάχη δε λέει "παρών" ο στρατιώτης
που έπαιζε οκαρίνα και διασκέδαζε το λόχο -
το δέρμα σου δε λέει "παρών"

Αυτά τα όστρακα κι αυτές τις πεταλούδες
σ' τα δίνω και τα ξαναπαίρνω
μέχρι να παλιώσουν
σα χαρτονομίσματα
που παν απο χέρι σε χέρι
ή απο φόνο σε φόνο

Καληνύχτα ώρα να φεύγουμε
Γαυγίζει το θάνατο
το σκυλί.

Alfred Stieglitz, Songs of the Sky, 1924

ΙΙΙ

Κοιτάζει, κάνει μια τελευταία προσπάθεια
εν ανάγκη σκουπίζεται με το μαντήλι του
μέχρι να ξεβάψει
μετά βγαίνει έξω με το φυσικό του χρώμα
όπως όταν σε υπόγειο φυτρώνει
μια τρυφερή φασουλιά που τεντώνεται
και ξεμυτίζει απ' τη χαραμάδα που μπάζει φως

Συναντάει ένα γνωστό τον χαιρετά και του λέει
ότι στον τέταρτο όροφο περιμένει μια κυρία
που τα μάτια της κλείνουν και ανοίγουν
κάθε φορά σε άλλη σελίδα
έτσι που να μαθαίνεις άκρες - μέσες
το περιεχόμενο του βιβλίου
παίρνεις το χέρι της το κρύβεις σ' ένα κουτί
και το 'χεις πάντα στη διάθεσή σου
ακόμα κι όταν λείπουν τα τριζόνια 
και το συρτάρι παίρνει φωτιά με τα χειρόγραφα

Αυτά σκεφτόμουν και ήξερα πόσο γρήγορα
παν τα τηλεγραφήματα με τις ευχές
ή με την αγγελία θανάτου


Δημήτρης Π. Παπαδίτσας
Ποίηση 1
εκδ. στιγμή


Σημ. Αυτή είναι η πρώτη και μεγαλύτερη νύχτα

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

Γέφυρα




Franz Kafka
"Το σινικό τοίχος"



Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

John Zorn - Shaolin spirit


Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

Βρύα, λειχήνες....και βιολέτες




Επεισόδιο

Όλη τη νύχτα έβρεχε. Και το πρωί

τα φορτηγά κατέβηκαν με λάστιχα λασπωμένα.

Οι νεκροί μετακομίζουν σ' άλλα σώματα αφήνοντας

μεγάλες γρατσουνιές στο δέρμα.

Ο ουρανός το γυρίζει

γρήγορα στο γαλάζιο.

Ένας ήλιος καυτός περνάει

σφυρίζοντας πάνω απ' το κεφάλι μου.

«Ο θάνατος δεν είναι τίποτα» μου έλεγε

τις προάλλες ένας ταξιτζής.

«Μια απλή διακοπή του φωτός. Όπως όταν

δεν έχεις να πληρώσεις το λογαριασμό».


 
LENTO

Τώρα οι βιολέτες δεν φουντώνουν
Μόνο τα δάχτυλα του χρόνου
άσπρα και λεπτά
ηχούν στα πλήκτρα της ψυχής σου
μια μελωδία της αβύσσου.
Δίχως αυτά
ο ήλιος θα βούλιαζε στη δύση.
ζεστή θα σε είχε προσαρτήσει
το τίποτα.



Η Δευτέρα Παρουσία

Θα ’ναι μια κρύα νύχτα (αλλά και η νύχτα
πριν από αυτήν θα ’ναι εξίσου κρύα).
Θα μας σκεπάζουν λειχήνες, βρύα,
χόρτα των τοίχων. Το σκοτάδι θ’ αλυχτά.

Χίλιοι άνθρωποι δεν θα μπορούν να σηκώσουν
μαζί ένα πεσμένο φύλλο.
Κι άλλο για ένα σάπιο μήλο
θα πουλάν την ψυχή τους όσο-όσο.

τρομαγμένοι –θα σκούζουν οι σειρήνες–
οι άγγελοι ( ανάποδα, με το κεφάλι
προς τα κάτω ) θα πέφτουν με αλεξίπτωτα.

Χλωμούς, ανήμπορους από τη ζάλη,
θα τους ρουφούν ηδονικά οι δίνες
του μηδενός, του τίποτα.


Ποίηση: Νάσος Βαγενάς
Φωτογραφία: Alexey Titarenko