Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Respighi: Concerto Gregoriano

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

Time



Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Παρελθόν


‘Ας γράψουμε λοιπόν ένα γράμμα με παραλήπτη ανύπαρκτο κι όπως περπατάμε ας το αφήσουμε να μας πέσει, τάχα, κατά τύχη στο δρόμο. Αύριο, μεθαύριο, θα το βρούν ξεθωριασμένο απ΄τη βροχή και τότε θα’χει πάρει όλο το νόημά του.

Τάσος Λειβαδίτης

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Στοίχημα



Ψάχνεις τα όρια

Αναζητάς διάρκεια ν’ ακουμπήσεις

Στα μάτια του ηττημένου

οι εχθροί γιγαντώνονται

με προθεσμίες παράλογες

σ’ ένα χάος που ονομάζεται

Κόσμος

σ’ αυτή την ψυχή που ζητά

εκδίκηση στα πάντα

Ένα άλογο αφηνιασμένο

σε τοίχους κλειστούς

ξάφνου σπάει το παράθυρο

και ματωμένο

καλπάζει στο πουθενά

και δεν ξέρει πια πως είναι άλογο

και δεν έχει πια σημασία

πως πίσω του

κάποιοι στοιχηματίζουν

αν θα φτάσει εκεί

που θα κερδίσουν αυτοί




Κώστας Παπαθανασίου

Πηγή: http://thraka-magazine.blogspot.gr/2015/09/blog-post_15.html


Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

Musicophilia



...κλείσε τα μάτια



Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Αναμνήσεις


Εκείνο τον καιρό, βυθιζόμουν στον αχανή 
ορίζοντα που τον κρατούσαν δύο χέρια.

(Την παραμονή της αναχώρησης, ο 
ταξιδιώτης κοιτάζει πίσω του, λες 
και λιποψυχεί)


Όμοια με τη φύση, όμοια με τη φύση, όμοια με τη
φύση,
Με τη φύση, με τη φύση, με τη φύση,
Όμοια με πούπουλο,
Όμοια με τη σκέψη,
Κι όμοια κάπως με τη γήινη σφαίρα,
Όμοια με το σφάλμα, με την ηδύτητα και με την
ωμότητα,
Μ' εκείνο που δεν είναι αληθινό, δεν σταματά, έχει
κεφάλι μπηγμένου καρφιού,
Με τη νύστα που σε πιάνει όταν ασχολείσαι με
πράγματα αδιάφορα,
Μ' ένα τραγούδι σε ξένη γλώσσα,
Μ' ένα δόντι που πονά κι παραμένει ζωντανό,
Με την αραουκάρια που απλώνει στο αίθριο τα
κλαδιά της,
Και δημιουργεί αρμονία χωρίς να μας εξηγεί το πως
και χωρίς να παριστάνει τον τεχνοκριτικό.
Με τη σκόνη του καλοκαιριού, μ' έναν άρρωστο που τρέμει,
Με το μάτι που πλένεται απ' το δάκρυ που χύνει,
Με τα σύννεφα που στοιβάζονται, κλείνουν τον ορίζοντα,
μα σε κάνουν να σκέφτεσαι στον ουρανό.
Με το αμυδρό φως κάποιου σταθμού τη νύχτα, καθώς φτάνουμε, και δεν ξέρουμε αν υπάρχουν άλλα 
τρένα.
Με τη λέξη Ινδός, για κάποιον που δεν πήγε σε
μέρη όπου τους συναντάς παντού.
Με όσα διηγούνται για το θάνατο,
Μ' ένα ιστίο στον Ειρηνικό,
Με μια κότα κάτω από ένα μπανανόφυλλο, κάποιο 
απόγευμα που βρέχει,
Με το χάδι μετά από μεγάλη κούραση, με μια
μακρινή υπόσχεση,
Με την κίνηση της μυρμηγκοφωλιάς,
Με το φτερό του κόνδορα, καθως το άλλο του φτερό
βρίσκεται ήδη στην απέναντι βουνοπλαγιά,
Με μείγματα,
Με το μεδούλι μα και με το ψέμα,
Με βλαστάρι μπαμπού αλλά με τη τίγρη που
ποδοπατά το βλαστάρι,
Όμοιά μου, τέλος,
Κι ακόμα περισσότερο μ' ό,τι δεν είμαι.
By*, εσύ που ήσουν η By μου...


* Κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για την ίδια γυναίκα που συναντούμε και σε άλλα ποιήματα του H.M με τα ονόματα "Banjo" και " Banjeby".

Henri Michaux
Εκουαδόρ

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

Wings of desire




"There it is again, my feeling of well-being
as if inside my body, a hand was softly tightening."

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

Ο μάγος


Να ερευνούμε δεν θα πάψουμε, και όλων
των ερευνών μας ο σκοπός θα 'ναι στο τέλος
να φτάσουμε εκεί όπου ξεκινήσαμε,
τον τόπο να γνωρίσουμε πρώτη φορά.

4 γραμμές υπογραμμισμένες με κόκκινο μελάνι από την "Μικρή Ζάλη" (¨T.S Eliot)




Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2015

Οι υπνοβάτες


Στην πόλη που γεννήθηκα, μάνα και κόρη ζούσαν, που στον ύπνο τους πότε -πότε νυχτοπερπατούσαν. Μια νύχτα που ησυχία γλυκιά πλάνευε όλη την πλάση, κόρη και μάνα, υπνοβατώντας, ήρθαν κι οι δύο κάτου και, στην ομίχλη που τον κήπο γύρω είχε σκεπάσει, αντάμωσαν στον ύπνο, ως λεν τ' αδέρφι του θανάτου.
Μίλησ' η μάνα: «Ω! Πιο φρικτός εχθρός μου, στους ανθρώπους. Εσύ 'σαι που κατάστρεψες τη θαλλερή μου νιότη. Τ' ανθί της ζωής σου λίπανες με τους δικούς μου κόπους. Αν άνθρωπο εγώ σκότωνα, εσύ θα 'σουν η πρώτη».
Κι η κόρη: «Ω μισητή γυναίκα, γριά ξεκουτιασμένη, ο εγωϊσμός σου, εμπόδιο μου, για κάθ' ελευθερία! Που θέλεις την ζωή μου ηχώ σου -ζωή, συ, μαραμένη. Αν ήτανε να πέθαινες, να λήξει αυτή η ιστορία».
Κείνη την ώρα ξύπνησαν, λάλησε το κοκόρι.
Κι μάνα αγκάλιασε την κόρη και της λέει γλυκά:
«Εσύ είσαι αγαπούλα μου;». Και μ' όμοια γλύκα η κόρη:
«Ναι, εγώ, χρυσή μανούλα μου», και πάνε αγκαλιαστά.


Khalil Gibran

Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2015

Go on singing