Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

60 χρόνια απο τον θάνατό του


"Η φιλοσοφία στην πραγματικότητα θα έπρεπε να γράφεται σαν να επρόκειτο για ποιητική σύνθεση"

Ludwig Wittgenstein (26 April 1889 – 29 April 1951)    
 
"Για όσα δεν μπορεί να μιλά κανείς θα πρέπει να σωπαίνει"
 

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

'Ανοδος


απ' το λεπτό χώρισμα
κείνη τη μέρα που ένα παιδί
άσωτο με τον τρόπο του
γύρισε στην οικογένειά του
ακούω τη φωνή
είναι συγκινημένη σχολιάζει
το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου

πάντα τόσο άδολη

την ίδια στιγμή απο τ' ανοιχτό παράθυρο
απ' έξω ψυχρά
υπόκωφα
το κύμα των πιστών

το αίμα της χύθηκε άφθονο
πάνω στα σεντόνια πάνω στα μποσχομπίζελα πάνω στον
εραστή της
με τα βρόμικα δάχτυλά του έκλεισε τα βλέφαρα
σφαλίζοντας τα έκπληκτα μεγάλα πράσινα μάτια

πλανιέται ανάλαφρα
πάνω στο αέρινο μνήμα μου

Samuel Beckett
ΠΟΙΗΜΑΤΑ συνοδευόμενα απο ΣΑΧΛΟΚΟΥΒΕΝΤΕΣ
Μτφρ. Γιώργος Βίλλιος

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Το χορτάρι χορεύει


Δεν ήξερα τί να πω αλήθεια τόσες μέρες , ώσπου μέσα στην τηλεοπτική αναμπουμπούλα είδα τυχαία αυτή την εικόνα.



Απόσπασμα απο την εκπομπή "Πορτραίτα" της ΝΕΤ, το 1995

Παράβαση από τους «Αχαρνής» του Αριστοφάνη
 
Σε γιορτινό αγώνισμα παίζατε τις αμάδες
και δεν καταδεχόσασταν το κωμικό παιδί,
μα, τώρα, στον αγώνα νικούνε οι καρβουνάδες,
που έχουν στην μεριά τους
τον ίδιο τον ποιητή.

Ζεί τα ωραία πράγματα μ' αίμα και με θυσίες,

προς το συμφέρον όλων σας και το κοινό καλό.
Δε θα σας πει παινέματα, δεν ξέρει κολακείες
και για την ευτυχία σας πληρώνει τον καιρό.

Μούσα καρβουναρού,

θράκα μου πυρωμένη,
σπιθίτσα φουντωμένη
μ' αναπνοές τρελού.
Βαρδάρη που μιλά
σαν ψάρι φαγωμένο,
αχ, πολλαπλασιασμένο
και σαν καρβέλι να.

Έλα την Κυριακή

με το βαρύ σου τέμπο
κι οι δυο Σοφία Βέμπο
ακούγαμε εκεί.
 
Οι γέροι χωριστά,
οι νέοι άλλο πράμα.
Όποιος τους θέλει αντάμα
πληρώνει ακριβά.


Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Μια τραγωδία


Ο ΓΕΡΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΓΑΤΕΣ

Ο κόσμος,
χαρούμενα βαμένος, 
θ' αρχίσει να κινείται και ν' ανασαλεύει
και στα παράθυρα ψηλά, φλογάτες,
ολάνθιστες οι γλάστρες, παγωνίζοντας, θ' ανοίξουν τις ουρές τους,
στις ράγιες θα βαλθούν να σέρνουν τους ανθρώπους
και το κατόπι τους θα τρέχουν
σωρός οι γάτες κι' άλλες γάτες, μαύρες γάτες!
Τον ήλιο εμείς θα καρφιτσώσουμε στη μπλούζα της αγαπημένης.
Σφυρηλατώντας τ' άστρα,
καρφίτσες θα της φτιάξουμε λουσάτες.
Βγέστε απ' τα σπίτια!
Πηγαίντε και χαϊδέψτε,
χαϊδέψτε τις στεγνές και μαύρες γάτες!

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΙΧΩΣ ΑΥΤΙ

Αυτό είναι αλήθεια!
Πάνω απ' την πόλη,
κει που γυρνάν οι ανεμοδείχτες τρίζοντας τις σπάλες,
μια γυναίκα
- τα βλέφαρά της σκοτεινές σπηλιές -
ορμώντας δω και κει, παραδέρνοντας,
στα πεζοδρόμια ρίχνει τις ροχάλες
και ξεφυτρώνουνε σακάτηδες θεόρατοι
απ' τις φτυσιές.
Πάνω στην πολιτεία,
σαν εκδίκηση βαριά, 
το σφάλμα κάποιου αγνώστου πέφτει,
οι κάτοικοι το βάλανε στα πόδια
και φεύγουνε κοπαδιαστά.
Κι εκεί,
στων τοίχων την ταπετσαρία απάνω,
ανάμεσα στους ίσκιους του κρασιού,
ένας γέρος ζαρωμένος κλαίει
ακουμπώντας στο πιάνο.

Τον τριγυρίζουν. Αυτός συνεχίζει.

Πάνω απ' την πόλη ευρύνεται
ο θρύλος των βασάνων. Κι αν θελήσεις βιαστικός,
απο μια νότα ν' αρπαχτείς,
τα δάχτυλα θα σου ματώσει δίχως οίκτο·
και δεν μπορεί τα χέρια ν' ανασύρει ο μουσικός
μεσ' απο τ' άσπρα δόντια των εξαγριωμένων πλήκτρων.

Γενική αναταραχή. Αυτός συνεχίζει.

Και να που σήμερα
απ' το πρωϊ,
η λάμια μπήγοντας τα χείλη,
απ' της ψυχής μου ρούφαγε τη φλάσκα.
Προχώραγα κουνώντας με σπασμούς
και χέρια και ποδάρια
και παντού οι καμινάδες χορεύαν στις στέγες καζάσκα
κι' είταν τα λυγισμένα γόνατά τους δυό τεσσάρια.
Κύριοι!
Σταματείστε!
Είναι ποτέ δυνατόν;
Ανασκουμπώθηκαν και παν να παίξουν ξύλο
ακόμα κι οι πάροδοι.
Κι' η θλίψη μου εμένα αυγαταίνει,
παράλογη
και ταράζει με κι είναι σαν δάκρυ
που κυλάει στη μουσούδα του σκύλου.

Απόσπασμα απο το θεατρικό έργο "Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκη" Τραγωδία


Vladimir Mayakofsky
ΘΕΑΤΡΙΚΑ
Μτφρ. Αρης Αλεξάνδρου


Άκου Tangerine Dream - Cyclone

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Να εμποδίζεις τις σκιές


Martin Ramirez (κάνε κλικ)




Είσαι εδώ
για να με προστατεύεις:
να εμποδίζεις τις σκιές να δράσουνε,
το θάνατο
να γίνει τρέλα.


Χρίστος Λάσκαρης 

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Ibrahim Ferrer - chan chan

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

Σας γράφω απο έναν τόπο μακρινό


(αποσπάσματα)

Σας γράφω απο την άκρη του κόσμου. Πρέπει να το ξέρετε. Συχνά τα δέντρα τρέμουν. Μαζεύουμε τα φύλλα. ¨Εχουν ένα αφάνταστο πλήθος νεύρα. Αλλά τί μ' αυτό; Τίποτε πια δεν υπάρχει ανάμεσα στα φύλλα και στο δέντρο, και σκορπιζομαστε στεναχωρεμένες.
Άραγε δε θα μπορούσε να εξακολουθήσει η ζωή επι της γης χωρίς αγέρα; Ή μήπως όλα πρέπει να τρέμουν ολοένα, ολοένα.
Υπάρχουν ακόμη υπόγειοι κλονισμοί, και, μέσα στο σπίτι, θα 'λεγες θυμοί που έρχουνται να σε συναπαντήσουν ή όντα αυστηρά που θα 'θελαν να σου αποσπάσουν εξομολογήσεις.
Δε βλέπεις τίποτε, παρά μόνο όσα έχουν τόσο λίγη σημασία να τα ιδείς.
Τίποτε κι όμως τρέμεις. Γιατί;


Είναι καιρός, πολύς καιρός, του εμπιστεύεται, που μαλώνουμε με τη θάλασσα. 
Πολύ σπάνια γαλανή, απαλή, θα πίστευε κανείς πως είναι ευχαριστημένη. Αλλά τούτο δεν μπορεί να βαστάξει. 'Αλλωστε το λέει η μυρωδιά της, μια μυρωδιά σαπίλας (αν δεν ήταν η πίκρα της).
Εδώ θα 'πρεπε να εξηγήσω την υπόθεση των κυμάτων. Είναι αφάνταστα περίπλοκη, και η θάλασσα... Σας παρακαλώ έχετε εμπιστοσύνη σε μένα. Μήπως θέλω να σας γελάσω; Η θάλασσα δεν είναι μόνο μια λέξη. Είναι περισσότερο απο ένα φόβο. Υπάρχει, σας τ' ορκίζομαι· τη βλέπει κανείς ολοένα. 
— Ποιός;
Εμείς· τη βλέπουμε. 'Ερχεται απο πολύ μακριά για να μας κοροϊδέψει και να μας τρομάξει.
Σαν έρθετε, θα τη δείτε και σεις ο ίδιος, θα μείνετε κατάπληκτος. "Μπα!" θα πείτε. Γιατί αποσβολώνει τον άνθρωπο.
Θα την κοιτάξουμε μαζί. Είμαι σίγουρη πως δε θα τη φοβούμαι πια. Πέστε μου αυτο δε θα γίνει ποτέ;


Του γράφει ακόμη:
Δε φανταζόσαστε πόσα πράγματα βρίσκουνται μέσα στον ουρανό, πρέπει να δει κανείς για να πιστέψει. Έτσι, να, τα..αλλά δε θα σας πω τ' όνομά τους αμέσως.
Όσο κι αν έχουνε το ύφος να βαραίνουν πάρα πολύ και να πιάνουν σχεδόν ολόκληρο τον ουρανό, δε βαραίνουν, τέτοια μεγάλα που είναι, περισσότερο απο ένα νεογέννητο μωρό.
Τα ονομάζουμε σύννεφα.
Είναι αλήθεια πως βγάζουν νερό, όχι όμως αφού τα στύψεις ή τα κοπανήσεις. Θα ήταν ανώφελο, έχουνε τόσο λίγο.
Αλλ' αν τύχει κι απλωθούν σε μάκρη και σε μάκρη, σε πλάτη και σε πλάτη, σε βάθη ακόμη και σε βάθη, κάνοντας τα πρησμένα, καταφέρνουν στο τέλος ν' αφήσουν λίγες σταγονούλες νερό· μάλιστα, νερό. Και βρεχόμαστε για καλά. Φεύγουμε καταθυμωμένες που την πάθαμε· γιατί κανείς δεν ξέρει τη στιγμή που θα ρίξουν τις σταλαματιές τους· κάποτε περνούν μέρες ολόκληρες χωρίς να τις ρίξουν. Και θα καθότανε κανείς ανώφελα στο σπίτι περιμένοντας.


Henri Michaux
Μτφρ. Γιώργος Σεφέρης
Απο τη συλλογή "Οταν οι άγγελοι περπατούν"

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Roland Topor


ΛΙΘΟΓΡΑΦΙΕΣ

Le ciel ouvert - Ο ανοιχτός ουρανός
L' homme au valises - Ο άνθρωπος με τις βαλίτσες


Oiseau de nuit - Πουλί της νύχτας

Le voyage - Το ταξίδι


Διαβάστε το πολύ ενδιαφέρον αφιέρωμα στον Roland Topor απο τον Ιό

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Η σούπα και τα σύννεφα


Η μικρή τρελή αγαπημένη μου έβαζε να φάω, και απο το ανοιχτό παράθυρο της τραπεζαρίας θαύμαζα την κινούμενη αρχιτεκτονική που ο Θεός φτιάχνει με τους ατμούς, τις θαυμαστές κατασκευές του άπιαστου. Και μονολογούσα, μες στον ρεμβασμό μου:
"Όλες αυτές οι φαντασμαγορίες είναι σχεδόν το ίδιο ωραίες με τα μάτια της όμορφης πολυαγαπημένης, της μικρής απίθανης τρελής με τα πράσινα μάτια".
Και ξαφνικά δέχτηκα μια δυνατή γροθιά στην πλάτη και άκουσα μια βραχνή και γοητευτική φωνή, μια φωνή υστερική και σα γδαρμένη απο το ποτό, τη φωνή της μικρής μου λατρεμένης, που έλεγε:
- Θα φας καμιά ώρα τη σούπα σου, καταραμένε έμπορε σύννεφων;


Charles Baudelaire
Μτφρ. Εύα Μυλωνά

Nuages