Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

Σας γράφω απο έναν τόπο μακρινό


(αποσπάσματα)

Σας γράφω απο την άκρη του κόσμου. Πρέπει να το ξέρετε. Συχνά τα δέντρα τρέμουν. Μαζεύουμε τα φύλλα. ¨Εχουν ένα αφάνταστο πλήθος νεύρα. Αλλά τί μ' αυτό; Τίποτε πια δεν υπάρχει ανάμεσα στα φύλλα και στο δέντρο, και σκορπιζομαστε στεναχωρεμένες.
Άραγε δε θα μπορούσε να εξακολουθήσει η ζωή επι της γης χωρίς αγέρα; Ή μήπως όλα πρέπει να τρέμουν ολοένα, ολοένα.
Υπάρχουν ακόμη υπόγειοι κλονισμοί, και, μέσα στο σπίτι, θα 'λεγες θυμοί που έρχουνται να σε συναπαντήσουν ή όντα αυστηρά που θα 'θελαν να σου αποσπάσουν εξομολογήσεις.
Δε βλέπεις τίποτε, παρά μόνο όσα έχουν τόσο λίγη σημασία να τα ιδείς.
Τίποτε κι όμως τρέμεις. Γιατί;


Είναι καιρός, πολύς καιρός, του εμπιστεύεται, που μαλώνουμε με τη θάλασσα. 
Πολύ σπάνια γαλανή, απαλή, θα πίστευε κανείς πως είναι ευχαριστημένη. Αλλά τούτο δεν μπορεί να βαστάξει. 'Αλλωστε το λέει η μυρωδιά της, μια μυρωδιά σαπίλας (αν δεν ήταν η πίκρα της).
Εδώ θα 'πρεπε να εξηγήσω την υπόθεση των κυμάτων. Είναι αφάνταστα περίπλοκη, και η θάλασσα... Σας παρακαλώ έχετε εμπιστοσύνη σε μένα. Μήπως θέλω να σας γελάσω; Η θάλασσα δεν είναι μόνο μια λέξη. Είναι περισσότερο απο ένα φόβο. Υπάρχει, σας τ' ορκίζομαι· τη βλέπει κανείς ολοένα. 
— Ποιός;
Εμείς· τη βλέπουμε. 'Ερχεται απο πολύ μακριά για να μας κοροϊδέψει και να μας τρομάξει.
Σαν έρθετε, θα τη δείτε και σεις ο ίδιος, θα μείνετε κατάπληκτος. "Μπα!" θα πείτε. Γιατί αποσβολώνει τον άνθρωπο.
Θα την κοιτάξουμε μαζί. Είμαι σίγουρη πως δε θα τη φοβούμαι πια. Πέστε μου αυτο δε θα γίνει ποτέ;


Του γράφει ακόμη:
Δε φανταζόσαστε πόσα πράγματα βρίσκουνται μέσα στον ουρανό, πρέπει να δει κανείς για να πιστέψει. Έτσι, να, τα..αλλά δε θα σας πω τ' όνομά τους αμέσως.
Όσο κι αν έχουνε το ύφος να βαραίνουν πάρα πολύ και να πιάνουν σχεδόν ολόκληρο τον ουρανό, δε βαραίνουν, τέτοια μεγάλα που είναι, περισσότερο απο ένα νεογέννητο μωρό.
Τα ονομάζουμε σύννεφα.
Είναι αλήθεια πως βγάζουν νερό, όχι όμως αφού τα στύψεις ή τα κοπανήσεις. Θα ήταν ανώφελο, έχουνε τόσο λίγο.
Αλλ' αν τύχει κι απλωθούν σε μάκρη και σε μάκρη, σε πλάτη και σε πλάτη, σε βάθη ακόμη και σε βάθη, κάνοντας τα πρησμένα, καταφέρνουν στο τέλος ν' αφήσουν λίγες σταγονούλες νερό· μάλιστα, νερό. Και βρεχόμαστε για καλά. Φεύγουμε καταθυμωμένες που την πάθαμε· γιατί κανείς δεν ξέρει τη στιγμή που θα ρίξουν τις σταλαματιές τους· κάποτε περνούν μέρες ολόκληρες χωρίς να τις ρίξουν. Και θα καθότανε κανείς ανώφελα στο σπίτι περιμένοντας.


Henri Michaux
Μτφρ. Γιώργος Σεφέρης
Απο τη συλλογή "Οταν οι άγγελοι περπατούν"