Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Κατοπινό ειδύλλιο



Τρυφερός (όσο γίνεται)
θα περιμένω
τον άλλο αιώνα
ν' αγαπήσω.


Μάρκος Μέσκος
"Μαύρο Δάσος"

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Σημειώσεις τριών νυχτών

Henry Stuart Wortley (British, 1832 – 1890)
The Day is Done, and the Darkness Falls from the Wings of Night., about 1862

Ι

Όταν ήταν σκοτεινά σαν τότε που η απάντηση
ήλθε πολύ κρυφά κι ανέβηκε απ΄τη γη στα μάτια
όπως ανεβαίνει ο υδράργυρος του θερμομέτρου
ή όπως το ήρεμο τριφύλλι πάει στον ουρανό
σαν τότε που είχαν βρεθεί χιλιάδες στόματα
για την εξόριστη φωνή, άλλοι στο δρόμο
απο χέρι σε χέρι κουβαλούσαν τη ζωή τους
άλλοι κουνούσαν τα χέρια τους και αποχαιρετούσαν
άσπρα βαπόρια απο σύννεφο με γυαλιστερά φινιστρίνια
σαν κοριτσίστικα μάτια πρωί-πρωί που ανοίγουν

Οι βιαστικοί τρέχαν να προλάβουν κάποιον
να τον καλωσορίσουν για να κοιμηθούν ήσυχοι.

Dorothea Lange
Full Moon, Southwestern Utah, 1953

ΙΙ

Αυτά ήταν τα όστρακα τ' ασημένια, τα μάζεψα
ένα-ένα απ' της πίκρας σου τ' αυλάκι
Αυτές ήταν οι πεταλούδες με τα μισοκαμένα φτερά
μια-μια τις μάζεψα
απο το δέρμα σου που - όπως σε προσκλητήριο
μετά απ' τη μάχη δε λέει "παρών" ο στρατιώτης
που έπαιζε οκαρίνα και διασκέδαζε το λόχο -
το δέρμα σου δε λέει "παρών"

Αυτά τα όστρακα κι αυτές τις πεταλούδες
σ' τα δίνω και τα ξαναπαίρνω
μέχρι να παλιώσουν
σα χαρτονομίσματα
που παν απο χέρι σε χέρι
ή απο φόνο σε φόνο

Καληνύχτα ώρα να φεύγουμε
Γαυγίζει το θάνατο
το σκυλί.

Alfred Stieglitz, Songs of the Sky, 1924

ΙΙΙ

Κοιτάζει, κάνει μια τελευταία προσπάθεια
εν ανάγκη σκουπίζεται με το μαντήλι του
μέχρι να ξεβάψει
μετά βγαίνει έξω με το φυσικό του χρώμα
όπως όταν σε υπόγειο φυτρώνει
μια τρυφερή φασουλιά που τεντώνεται
και ξεμυτίζει απ' τη χαραμάδα που μπάζει φως

Συναντάει ένα γνωστό τον χαιρετά και του λέει
ότι στον τέταρτο όροφο περιμένει μια κυρία
που τα μάτια της κλείνουν και ανοίγουν
κάθε φορά σε άλλη σελίδα
έτσι που να μαθαίνεις άκρες - μέσες
το περιεχόμενο του βιβλίου
παίρνεις το χέρι της το κρύβεις σ' ένα κουτί
και το 'χεις πάντα στη διάθεσή σου
ακόμα κι όταν λείπουν τα τριζόνια 
και το συρτάρι παίρνει φωτιά με τα χειρόγραφα

Αυτά σκεφτόμουν και ήξερα πόσο γρήγορα
παν τα τηλεγραφήματα με τις ευχές
ή με την αγγελία θανάτου


Δημήτρης Π. Παπαδίτσας
Ποίηση 1
εκδ. στιγμή


Σημ. Αυτή είναι η πρώτη και μεγαλύτερη νύχτα

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Γέφυρα




Franz Kafka
"Το σινικό τοίχος"



Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

John Zorn - Shaolin spirit


Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Βρύα, λειχήνες....και βιολέτες




Επεισόδιο

Όλη τη νύχτα έβρεχε. Και το πρωί

τα φορτηγά κατέβηκαν με λάστιχα λασπωμένα.

Οι νεκροί μετακομίζουν σ' άλλα σώματα αφήνοντας

μεγάλες γρατσουνιές στο δέρμα.

Ο ουρανός το γυρίζει

γρήγορα στο γαλάζιο.

Ένας ήλιος καυτός περνάει

σφυρίζοντας πάνω απ' το κεφάλι μου.

«Ο θάνατος δεν είναι τίποτα» μου έλεγε

τις προάλλες ένας ταξιτζής.

«Μια απλή διακοπή του φωτός. Όπως όταν

δεν έχεις να πληρώσεις το λογαριασμό».


 
LENTO

Τώρα οι βιολέτες δεν φουντώνουν
Μόνο τα δάχτυλα του χρόνου
άσπρα και λεπτά
ηχούν στα πλήκτρα της ψυχής σου
μια μελωδία της αβύσσου.
Δίχως αυτά
ο ήλιος θα βούλιαζε στη δύση.
ζεστή θα σε είχε προσαρτήσει
το τίποτα.



Η Δευτέρα Παρουσία

Θα ’ναι μια κρύα νύχτα (αλλά και η νύχτα
πριν από αυτήν θα ’ναι εξίσου κρύα).
Θα μας σκεπάζουν λειχήνες, βρύα,
χόρτα των τοίχων. Το σκοτάδι θ’ αλυχτά.

Χίλιοι άνθρωποι δεν θα μπορούν να σηκώσουν
μαζί ένα πεσμένο φύλλο.
Κι άλλο για ένα σάπιο μήλο
θα πουλάν την ψυχή τους όσο-όσο.

τρομαγμένοι –θα σκούζουν οι σειρήνες–
οι άγγελοι ( ανάποδα, με το κεφάλι
προς τα κάτω ) θα πέφτουν με αλεξίπτωτα.

Χλωμούς, ανήμπορους από τη ζάλη,
θα τους ρουφούν ηδονικά οι δίνες
του μηδενός, του τίποτα.


Ποίηση: Νάσος Βαγενάς
Φωτογραφία: Alexey Titarenko

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Παραλήρημα


Beep, beep


Θνητός καλεί ακρόαση
Μαξίμου. Over. Στη γραμμή
Ουαου! σ’ ακούω ξύλινο
σαν ληγμένο προϊόν



Beep, beep


Νε – Νεκρόπολη, Μητρόπολη
Μελλοθάνατοι, μα ζώντανοι
Νε – Νεκρόπολη, Μητρόπολη



Καλό το παραμύθι σου μα δεν έχει δράκο
πείσε με τώρα ναι. Πως είμαι εγώ το λάθος
που χάλασε την συνταγή στη κρατική σου παρακμή
ανατοπία ο ιός γέννημα ιδανικών


Καταστολή - Λοβοτομή
Καταστολή στο περιθώριο
Καταστολή

Τα ψεύτικα λόγια η ρηχή σου σκέψη
κομμάτι των όσων δεν προσκυνάς
οι εραστές της εξουσίας
παιγνίδι παίζουν μα εσύ γελάς.

Καταστολή - Λοβοτομή
Καταστολή στο περιθώριο
Καταστολή


Χρόνια ντροπής
και απραξίας
χαλύβδινης
κομματικής σιωπής.
Προστάτες ψάχνεις
ξένες δυνάμεις
γιγάντων πλάτες
να στηριχθείς.

Δεν έχεις φωνή
ποιος για σένα θα φωνάξει
ποιος θα συμπαρασταθεί
ποιος θ' ακούσει τα όνειρά σου
να ζεστάνει τη καρδιά σου.

Σε τι καλούπι θέλεις να χωρέσω
πως εννοείς να προσαρμοστώ

Παραλήρημα σε κομμάτια στίχων τραγουδιών απο τους Panx Romana


















(via pawcrisis)


Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Αγγίζω δίχως φόβο ηλεκτροφόρα σύρματα


Για να ανεβείς είναι αναγκαίο να ανεβείς, αλλά είναι επίσης αναγκαίο
να υπάρχει ύψος.



Αστεροσκοπείο

Διαρρήχτες του ήλιου
δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα
δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός
Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ' άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες τών δειλών στα χέρια
παραμονεύουν σ' άλλους πλανήτες το φως
Να πεθάνουν
Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της
από το χρώμα του το κάθε λουλούδι
από το χάδι του το κάθε χέρι
απ' τ' ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί



Ο Συλλέκτης

Μαζεύω πέτρες γραμματόσημα
πώματα από φάρμακα σπασμένα γυαλικά
πτώματα απ’ τον ουρανό
λουλούδια
κι ό,τι καλό
σ’ αυτό τον άγριο κόσμο
κινδυνεύει
ψηλά κοιτάζω σαν χαρταετός
ο Σταυραετός να φεύγει
αγγίζω δίχως φόβο ηλεκτροφόρα σύρματα
αυτά δε με αγγίζουν
ο ήλιος μαζεύει τις ημέρες μου
γελώντας
μονάχα η ψυχή στ’ αυτί μου
ψιθυρίζει λέγοντας:
σκοτείνιασε σκοτείνιασες
γιατί;
δεν είσαι τρομαγμένος;


Ποιήση Μ. Σαχτούρης
Φωτογραφία Kansuke Yamamoto (1914-1987)

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Άνθρωποι μέσα στη νύχτα


Οι νύχτες για τα πλήθη δεν έγιναν, στοχάσου.
Η νύχτα σε χωρίζει απο τον γείτονά σου,
γι' αυτό, δεν πρέπει εσύ να τον ζητήσεις.
Κι αν, νύχτα, ανάψεις φως στην κάμαρά σου,
στο πρόσωπον άνθρώπους ν' αντικρύσεις...
ποιούς; - πρέπει τον εαυτό σου να ρωτήσεις.

Οι άνθρωποι είναι φοβερά αλλοιωμένοι
απο το φως, που ιδρώνουνε τα πρόσωπά τους, 
κι αν, νύχτα, τύχαινε να' ναι μαζεμένοι,
έναν κόσμο, που θα παραπάταγε, να δεις
θα μπορούσες, ο ένας στον άλλο πάνω ακουμπισμένοι.
Κίτρινο φως, πάνω στα μέτωπά τους, 
όλες τις σκέψεις έδιωξε μακρυά,
το κρασί τρέμει μες στα βλέμματά τους
και στα χέρια τους κρέμεται η βαρειά
χειρονομία, που μ' αυτήν εννοούνε,
όταν συνομιλούν, ο ένας τον άλλο, και σ' αυτό
απάνω, ολένα λεν: Εγώ κ' Εγώ
και, με το Εγώ, έναν άλλον, οποιονδήποτε, θεωρούνε.


Rainer Maria Rilke
Ποιήματα

Ακούω Felix Lajko  - A madarnak (to the bird)

 

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Το χαμάμ

Δράμα σε έξη πράξεις με τσίρκο και πυροτεχνήματα


ΤΣΟΥΝΤΑΚΟΒ
Πάψε πια να πλαταγάς τη γλώσσα σου, σα να χτυπάς τον αριθμητήρα της σύγχρονης μικροπολιτικής! Η ιδέα μου είναι απείρως μεγαλειωδέστερη! Ο Βόλγας του ανθρώπινου χρόνου, όπου μας έρριχνε η γέννησή μας σα νάμασταν κορμοί δέντρων για πολτοποίηση κι εμείς στροβιλιζόμασταν παρασυρμένοι απ' το ρεύμα του - ο Βόλγας αυτός αρχίζει κιόλας να γίνεται του χεριού μας. Θα αναγκάσω τον χρόνο να σταματάει και να καλπάζει προς την κατεύθυνση που θέλω εγώ, με την ταχύτητα που θα διαλέξω εγώ! Οι άνθρωποι θα μπορούν να κατεβαίνουν απ' τις μέρες, όπως κατεβαίνουν οι επιβάτες απ' τα τράμ ή τα λεωφορεία.  Με τη μηχανή μου θα μπορείς να σταματάς τη στιγμή της ευτυχίας και να την απολαμβάνεις ένα μήνα, μέχρι που να βαρεθείς. Με τη μηχανή μου θα μπορείς να εξανεμίσεις τ' αργόσυρτα, τ' ατέλειωτα χρόνια της δυστυχίας, να βυθίσεις το κεφάλι μες στους ώμους κι' απο πάνω σου, χωρίς να σ' αγγίξει, χωρίς να σε πληγώσει, θα περνάει εκατό φορές στο λεφτό το βλήμα του ήλιου, ώσπου να δώσει τη χαριστική βολή στις μαύρες μέρες. Κοίτα, οι πυροτεχνικές φαντασίες του Ουέλλς, το φουτουριστικό μυαλό του Αϊνστάϊν, η ζωώδης συνήθεια της χειμερίας νάρκης των άρκτων και των γιόγκι - όλα, όλα τα πάντα βρίσκονται πρεσσαρισμένα, συμπυκνωμένα σαν ένα κράμα μέσα σ' αυτήν την μηχανή.

ΒΕΛΟΣΙΠΕΝΤΚΙΝ
Δεν καταλαβαίνω σχεδόν τίποτα κι' εν πάση περιπτώσει δε βλέπω τίποτε απολύτως.

ΤΣΟΥΝΤΑΚΟΒ
Μα βάλε λοιπόν τα γυαλιά σου! Σε τυφλώνουν αυτά τα πλακίδια της πλατίνης και του κρυστάλλου, ετούτο το δικτυωτό των φωτεινών ακτίνων. Βλέπεις; Βλέπεις;

ΒΕΛΟΣΙΠΕΝΤΚΙΝ
Βλέπω. Κι' ύστερα;

ΤΣΟΥΝΤΑΚΟΒ
Κοίτα. Διακρίνεις αυτές τις δύο βέργες, την κάθετη και την οριζόντια; Βλέπεις που έχουν κάτι υποδιαιρέσεις σαν τις ζυγαριές; 

ΒΕΛΟΣΙΠΕΝΤΚΙΝ
Τις βλέπω. Κι' ύστερα;

ΤΣΟΥΝΤΑΚΟΒ
Με τις βέργες αυτές υπολογίζεις τον κύβο του αναγκαίου χώρου. Κοίτα, βλέπεις αυτό εδώ που μοιάζει με τιμόνι αυτοκινήτου; Είναι ο ρυθμιστής...

ΒΕΛΟΣΙΠΕΝΤΚΙΝ
Το βλέπω. Κι' ύστερα; 

ΤΣΟΥΝΤΑΚΟΒ
Μ' αυτό το κλειδί απομονώνεις τον επιλεχθέντα χώρο και απαλλάσσεις απο κάθε βάρος όλα τα πεδία της γήϊνης έλξης και μ' αυτούς εδώ τους παράξενους μικρούς μοχλούς, βάζεις μπρός, πατάς ταχύτητα και οδηγείς το όχημα στον χρόνο.

ΒΕΛΟΣΙΠΕΝΤΚΙΝ
Κατάλαβα! Υπέροχο! Καταπληκτικό!!! Πάει να πει, αν τύχει λόγου χάρη να συγκληθεί το ανενωσιακό συνέδριο για να συζητήσει το πρόβλημα της κατασβέσεως των φλεγόντων προβλημάτων και δοθεί, ως είναι φυσικόν , ο λόγος στον κρατικώτατο σύντροφο Κόγκαν, για να χαιρετήσει το συνέδριο εκ μέρους της Κρατικής Ακαδημίας των επιστημονικοποιημένων Καλών Τεχνών, τότε, μόλις αρχίσει να λέει: "Σύντροφοι, μεσ' απ' τα γαμψόνυχα της μπουρζουαζίας περνάει σαν κόκκινη κλωστή το κύμα των απεργιών..." - εγώ τον απομονώνω απ' το προεδρείο και δίνω φαϊρόπ στον χρόνο με ταχύτητα εκατόν πενήντα λεπτά σ' ένα τέταρτο. Οπότε αυτός εκφωνεί τον χαιρετισμό του, ιδρωκοπάει μιάμιση ώρα συνέχεια και το ακροατήριο κοιτάει. Πριν καλά-καλά προφτάσει ο ακαδημαϊκός ν' ανοίξει το στόμα του, ακούγονται εκκωφαντικά χειροκροτήματα. Όλοι αναστενάζουν με ανακούφιση, σηκώνουν απ' τις πολυθρόνες τους φρεσκότατους πισινούς τους και πάνε στις δουλειές τους. Έτσι;


Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκη
Θεατρικά " το χαμάμ" (1929-1930)
Μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Υλικό ονείρων με τον Μιχάλη Κατσαρό (08-10-11)


Πάντα και πάντα τρέχουμε προς την ελευθερία

Κι' αυτή δεν έρχεται ποτέ - μάς περιπαίζει

έτσι που τής φορέσαμε αέρινες σκιές

πράγματα χωρίς νόημα - εσθήτες λαμπερές

δάφνες ανάπηρες - στολές στρατιωτικές

τόσα πολλά ποιήματα κι' εξάρσεις



Μιχάλης Κατσαρός
(απόσπασμα από το ανέκδοτο ποίημα «Οι ήρωες») -via

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Εγώ υπάρχω


Pierre Boucher (1908-2000)
























Κάτω απ' την κυανή αιχμαλωσία τ' ουρανού
είμαι ο ταμίας της τύχης μου.
Φίλος του νερού άνωθεν
κι ο ουρανός
συνάλλαγμα της ταπεινώσεως.



Νίκος Καρούζος
6 ποιήματα για το θήλυ απο την συλλογή "η πρώτη εποχή"


Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Venceremos




Αποκομμένος απ όλους κι απ όλα, σε μαγεμένη τροχιά
Πήρα το δρόμο να φύγω, μα ήρθα, τίποτα δεν μ ακουμπά
Στον παράξενό μου χρόνο.

Ξέρουμε πως είναι ψέμα, μα ας γίνουμε τα δυο μας ένα
Να σ αγκαλιάσω, να μ αγκαλιάσεις, να ξεγελιέσαι, να ξεγελιέμαι
Να σ αγαπήσω, να μ αγαπήσεις, έστω για λίγο, για τοσοδούλι
Σαν ζευγαρώνουν δυο βεγγαλικά
Μοιάζουν με μηνύματα τηλεπαθητικά
Στων προσώπων μας τις ζάρες.

Με δίχως σημαίες και δίχως ιδέες, δίχως καβάτζα καμιά
Ντύθηκε η μέρα τα γούστα της νύχτας και η ψυχή μου πηδά
Στου απέραντου την ψίχα.

Θες ν αγγίξεις την αλήθεια για βγες απ όξω απ τη συνήθεια
Σύρε κι έλα να με λούσεις, κι ας είναι της καθαρευούσης
Να σ αγκαλιάσω, να μ αγκαλιάσεις, έστω για λίγο, για τοσοδούλι
Δρεπανηφόρα άρματα περνάν
Στις τσιμεντουπόλεις του θανάτου το συμβάν
Ασυγκίνητο σ αφήνει.

Σου ξαναδίνω το είναι μου τώρα, θωρακισμένε καιρέ
Με μια σκληρή, παγερή τρυφεράδα, σε πλησιάζω μωρέ
Μ αυταπάτες πια δεν έχω.

Ξέρουμε πως είναι ψέμα, μας ας γίνουμε τα δυο μας ένα
Δες, θα φτιάχνουμε στιχάκια, να περπατάν σαν καβουράκια
Πλάγια κι ακριβά τα χάδια, φως αχνό μες στα σκοτάδια
Μ ένα μου πήδο θα σε ξαναβρώ
Στο μαγκανοπήγαδο της ήττας μου περνώ
Βενσερέμος 
Βενσερέμος

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Τικ Τακ






Σύγκρουση στήθους με ράχη

Είσαι το περιορισμένο της τροχιάς μου και είσαι το απεριόριστο, το έσω της τροχιάς μου και το έξω και το βαθύ και το εκτενές· καθετί που μπόρεσα εγώ να εξουσιάσω, κι επίσης καθετί που εγώ θα μπορώ.

Και γνωρίζω, και γνωρίζω πως μια μέρα θα ελαφρώσω την αιώνια μου περιπλάνηση· και πως θα είμαι ο στρατοκόπος χωρίς καμπανάκι, εξουσιαστής των πάντων, ευχάριστα, κι ευχάριστα, εξουσιάζοντας, ώσπου να συναντηθώ πια με τον ίδιο μου τον εαυτό· σύγκρουση στήθους με ράχη, σύγκρουση επίσης σώματος με ψυχή, πραγματικότητας με εικόνα.



Juan Ramon Jimenez
Θεός που επιθυμείται και επιθυμεί (εκλογή)

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Ύφαλος στη μνήμη


L'inganno di narciso

μαύρη αδελφή 
που είσαι στην κόλαση
απερίσκεπτα
κι αποφασιστικά
τι περιμένεις


In attesa del volo

μη χάσετε στην Ταγγέρη
το κοιμητήρι του Αγίου Αντρέα
νεκροί σ' ένα ανακάτωμα
απο λουλούδια
ύφαλος στη μνήμη
του 'Αρθουρ Κέυσερ
με την καρδιά μαζί του
λείψανα στο πάνω μέρος καθισμένα

Sisifo

μόλις που έκανε μ' επιτυχία
ένα τελευταίο βήμα το πόδι
αναπαύεται περιμένοντας
κατά πώς είν' στη φύση του
να κάνει και τ' άλλο τα ίδια
κατά πώς είν' στη φύση του
και κουβαλάει έτσι το φορτίο
ακόμα απο τα πριν
κατά πώς είν' στη φύση του
εντέλει μέχρι τώρα


Samuel Beckett
Ποιήματα συνοδευόμενα απο σαχλοκουβέντες

Φωτογραφίες Roberto Kusterle

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011




Πολυξένη

Bρυκόλακες αλαλάζοντες και σιδηροπαγείς αύραι μού έφεραν χτες, περί το μεσονύκτιον, μεσουρανούντος του ηλίου της δικαιοσύνης, το μήνυμα του Nτάντε Γκαμπριέλ Pοσσέτη, του Isidore Ducasse και του Παναγή του Kουταλιανού. H πίκρα μου στάθηκε μεγάλη! Mέχρι της στιγμής εκείνης επίστευα εις τα προφητικά οράματα των τορναδόρων, πρόσμενα τους χρησμούς των αλλοφρόνων ιππέων, προσδοκούσα τας μεταφυσικάς επεμβάσεις των αγαλμάτων. Mε γαλήνευε η ιδέα του πτώματός μου. H μόνη μου χαρά ήτανε οι πλόκαμοι των μαλλιών της. Έσκυβα ευλαβικά και φιλούσα την άκρια των δακτύλων της. Παιδί ακόμα, στην δύσιν του ηλίου, έτρεχα ωσάν τρελλός να προφτάσω να κλέψω, πριν νυχτώση, τα λησμονημένα σκιάχτρα μέσ’ απ’ τα χωράφια. Kαι όμως την έχασα, μπορώ να πω μέσ’ απ’ τα χέρια μου, ωσάν να μην ήταν ποτές παρά ένα απατηλόν όραμα, παρά ένα κοινότατο σφυρί. Στη θέση της βρέθηκε μονάχα ένας καθρέπτης. Kι’ όταν έσκυψα να δω μέσα σ’ αυτόν τον καθρέφτη, δεν είδ’ άλλο τίποτες παρά μόνο δύο μικρά λιθάρια: το ένα ελέγετο Πολυξένη, και το άλλο, Πολυξένη επίσης.


Νίκος Εγγονόπουλος
Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν, 1938

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

Solitude





ΜΟΝΟΣ


Λίγο
       λίγο
             έχω
                   μείνει
                              μόνος
                                          κι
                                                έρμος

Σταγονομετρημένα:
Λίγο
      λίγο
Είν' η κατάσταση για λύπη
όποιου καλή απολάμβανε παρέα
κι έχασέ τη γι' αυτή ή την άλλη αιτία.

Δεν γκρινιάζω για τίποτα: όλα τα 'χα
Μα
    δίχως
            να
                προσέξω
Σαν το δέντρο που χάνει ένα ένα τα φύλλα
Μόνος
         κι
            έρμος
                     έμεινα
                              λίγο
                                    λίγο




Nicanor Parra
"Ποίηση Ισπανόφωνης Αμερικής"





Ο ΑΛΛΟΣ

Σκαρφίστηκε μιαν όψη,
                               πίσω της
Έζησε, πέθανε, αναστήθηκε
Πολλές φορές.
                    Η όψη του
Τις ζάρες έχει τώρα αυτής της όψης.
Οι ζάρες του δεν έχουν όψη



Octavio Paz
Απο την Ανατολική πλαγιά
"Ποίηση Ισπανόφωνης Αμερικής"


ΕΔΩ

Τα βήματά μου αυτού του δρόμου
Αντιλαλούνε
                 Σ' άλλο δρόμο
Όπου 
        Αγροικώ τα βήματά μου
Καθώς περνάν σ' αυτό το δρόμο
Όπου

Πραγματική είν' η ομίχλη μόνο.



Octavio Paz
Απο την Σαλαμάνδρα
"Ποίηση Ισπανόφωνης Αμερικής"
 

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

Scirocco











Φωτογραφίες του Jack Spencer
Μουσική Rene Aubry - Scirocco


Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

Ο φεγγαροχτυπημένος



- Μην ανησυχείς, έχουμε χρόνο ακόμα.
-Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν τα κέρατα του φεγγαριού χαθούν.


Ταινία: Χάος (των αδελφών Taviani)
Μουσική: Nicola Piovani - canzone del mal de luna
Η ταινία βασίζεται στις ιστορίες του Luigi Pirandello


"Ο φεγγαροχτυπημένος"

Το νιόπαντρο ζευγάρι, ένας Σικελός αγρότης που ονομάζεται Μπατά με την γυναίκα του Σιντόρα, προσπαθεί να ζήσει σε μια μικρή φάρμα. Στην πρώτη πανσέληνο, η σύζυγός του ανακαλύπτει πως ο Μπατά είναι , φεγγαροχτυπημένος, τοσο άρρωστος, βίαιος και αλλόφρων που φοβάται για τη ζωή της, έτσι τον κλειδώνει έξω απο το σπίτι μέχρι το ξημέρωμα.
Μετά το βίαιο ξέσπασμα του μαγεμένου απο το φεγγάρι άντρα της,  η γυναίκα τρομοκρατημένη εγκαταλείπει το σπιτι της και επιστρέφει στο χωριό της, στην μητέρα της. Ο Μπατά κομμένος και μελανιασμένος απο την πάλη του με τις δυνάμεις του φεγγαριού, κάθεται στη μέση της πλατείας του χωριού όπου και εξιστορεί την αιτία της αρρώστιας του. Συντρίβεται μπροστά στη γυναίκα του ακόμα και όταν αυτή σχεδιάζει να φέρει τον εραστή της τον Σάρο στην φάρμα απο το χωριό (με το πρόσχημα ότι είναι ξάδελφος της που θα έρθει στο σπίτι για να την προστατέψει).
Και όλοι περιμένουν την πανσέληνο, ο Μπατά γιατί θα έχει να αντιμετωπίσει ακόμα μια κρίση, η γυναίκα του για να βρεθεί με τον εραστή της, ο Σάρο που θα βρεθεί με την αγαπημένη του.
Οι τύψεις και η συμπόνια κάνουν τον Σάρο να εγκαταλείψει το κρεβάτι του έρωτα και να πάει να ανακουφίσει τον αγρότη που βασανίζεται απο την μαύρη επιρροή του φεγγαριού ενώ η γυναίκα παίρνει ένα μάθημα στοργής.


...Και το κοράκι συνεχίζει το ταξίδι του.

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

H Νύχτα και ο Χρόνος

Johannes Vermeer-View of Delft (1660-1661)

Τη νύχτα της περασμένης Δευτέρας
την είδε στ' όνειρό του.
Βρέθηκαν λέει στο Ντελφτ
και ήταν ακόμη ωραία
και κάθισαν στην πλατεία
και θυμήθηκαν τα παλιά.
Το φως ήταν χρυσό
όπως στον Βερμέερ.

Της τηλεφώνησε στ΄όνειρό του
κι εκείνη του είπε: Μα πώς ξεχνάς;
Πράγματι συναντηθήκαμε στο Ντελφτ
την περασμένη Δευτέρα
και καθίσαμε στην πλατεία
και ήθελες να περάσουμε μαζί τη νύχτα
και ήθελα
μα δεν μπορούσα και σου είπα
έχει χαθεί για μας ο Χρόνος.

Κι εσύ τότε μου είπες:
'Ας μείνουμε μέσα σ' αυτό το φως.
Ίσως όλος ο Χρόνος είναι μόνο μια νύχτα
και δεν θα θυμηθούμε ποτέ
αν τη ζήσαμε ή την είδαμε στ' όνειρό μας.

Ρόττερνταμ: 16/6/2003

Γιώργης Παυλόπουλος

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

Σελήνη δως μου την άλλη σου πλευρά



Σήμερα - μέρα των ψυχών - βρήκες να σκεφτείς πως 
δεν  αξίζει τίποτε η ζωή σου;



Τι καθαρό φεγγάρι! Και να το σέρνει έτσι στη σκόνη
αυτός ο μοναχός!




Μέσα στη νύχτα, η φλόγα ξεψυχάει παγωμένο λάδι.



Το άλογό μου καλπάζει στα χωράφια. Είμαι κι εγώ
μεσ’ στην εικόνα! Ακούτε;



 
Ποίηση χαϊκάι Ματσούο Μπασό 
Μουσική Θανάσης Παπακωνσταντίνου απο τον Ελάχιστο Εαυτό

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Ο κόσμος είναι σαν μπαξές




Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Sayat Nova


Το βλέμμα του Ευάγγελου Ζάχου και των Χειμερινών Κολυμβητών


Στου Καραμπάχ τα υψίπεδα καλπάζει
ένας ασίκης της Ανατολής
που άφησε το ροκάνι για το σάζι,
Σαγιάτ Νοβά, ο αιώνιος σεβνταλής.

Και λέει και τις χορδές γλυκά χτυπάει:
- Τι μου 'κανες αγάπη μου, ξανά;
Το αίμα του ροδιού με κυνηγάει
κι όταν πονώ, στενάζουν τα βουνά!

Κι ο Καύκασος τα ακούει και ρωτάει:
- Από πού είν' ο ασίκης που περνά
και που σε τόσες γλώσσες τραγουδάει,
πέρσικα, αρμένικα, γεωργιανά;

- Από τον πύργο της Βαβέλ κρατάει,
είπε το όρος Αραράτ, τον είδα,
χωριό του ο έρωτας και τραγουδάει
πως η αγάπη δεν έχει πατρίδα!

Λιώσανε πια στον Καύκασο τα χιόνια
κι είπανε στο Σαγιάτ το μυστικό τους
και τώρα, πάνω από διακόσια χρόνια,
όλες οι φάρες της Ανατολής το λεν δικό τους.


Στίχοι: Ευάγγελος Ζάχος
Μουσική: Χειμερινοί Κολυμβητές
Ερμηνεία: Αργύρης Μπακιρτζής, Μιχάλης Σιγανίδης και Χορωδία


Το βλέμμα του Sergei Parajanov

Sayat Nova - The colour of pomegranates (1968)




Σκηνοθεσία: Sergei Parajanov
Μουσική: Tigran Mansurian
Πρωταγωνιστεί ή Sofico Chiaureli σε πενταπλό ρόλο

 
Ο αρμενικής καταγωγής σκηνοθέτης Sergei Parajanov, ο οποίος έζησε στη Γεωργία, (1924-1989) ήταν ένας απο τους πιο αμφιλεγόμενους σκηνοθέτες της Σοβιετικής εποχής. "Το χρώμα του ροδιού" γυρίστηκε στην πατρίδα των προγόνων του την Αρμενία. Αλλά ακόμα κι εκεί αντιμετώπιζε την συνεχή παρενόχληση των κυβερνητικών αξιωματούχων που του στέρησαν βασικό κινηματογραφικό εξοπλισμό, φιλμ και φωτισμούς.
Απογοητευμένος ή μάλλον αηδιασμένος απο την εμπειρία είχε πει τότε ότι θα εγκαταλείψει τον κινηματογράφο και τα λόγια του αυτά έμοιαζαν να είναι προφητικά αφού η διένεξη που προκάλεσε "το χρώμα του ροδιού", τον οδήγησε στην δίκη, φυλάκιση και τελικά στην απαγόρευση να γυρίζει ταινίες για τα επόμενα 15 χρόνια.
Η ταινία περιγράφει την ζωή του Αρμένιου ποιητή και τροβαδούρου Aruthin Sayadian (1712-1795) γνωστού και ως Sayat-Nova. Όχι όμως στα πλαίσια μιας βιογραφίας αλλά περισσότερο εικονογραφώντας με ποιητικές αλληγορίες και συμβολισμούς, κάποια  στιγμιότυπα της ζωής του ποιητή.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ταινία είναι ένα τέχνασμα, εξερευνώντας την ζωή του Sayat nova μέσα απο tableau vivants που πετυχαίνουν μία σύνθεση αισθητικής του πρώιμου σινεμά, με Βυζαντινές επιρροές, και με το στυλ της επίπεδης προοπτικής που κυριαρχεί συνήθως στην θρησκευτική ορθόδοξη τέχνη καθώς και με τελετουργικές χορογραφίες των παραδοσιακών κουλτούρων.
Κάποιες απο τις πιο ποιητικές και αναγνωρίσιμες στιγμές της αφηγηματηκότητας του έργου είναι το θαύμα της μουσικής όπως παρουσιάζεται στον μικρό Sayat Nova απο τους διάφορους δασκάλους μουσικής κάτω απο αιωρούμενα μουσικά όργανα, η αγάπη για την λογοτεχνία όπως απεικονίζεται σ'εκείνη την μοναδική στιγμή όπου στην προσπάθεια να σώσουν τα μουσκεμένα βιβλία, τα τοποθετούν πάνω στην στέγη μιας εκκλησίας για να στεγνώσουν. Ο μικρός Σαγιάτ Νοβά στέκεται ανάμεσα σε δεκάδες σελίδες να φτερουγίζουν στον άνεμο.
Το σίγουρο είναι ότι η υφή της ταινίας επιβεβαιώνει τις προσωπικές δηλώσεις του Sergei Paradjanov σχετικά με την πηγή της έμπνευσής του: “ Η σκηνοθεσία έχει σχέση με την αλήθεια, τον Θεό, τον έρωτα και την τραγωδία”. “Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο”.

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Του κάτω κόσμου οι φυλακές





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΓΑΜΟΥ
Τοῖσι δὲ τερπομένοισι μέλας ἐπὶ ἕσπερος ἦλθε·
ΟΔΥΣΣΕΙΑ Σ 306
Στην πλώρη στεκόταν ο γέρος βαρκάρης αμίλητος.
Με το κοράκι στον ώμο.
Και πίσω, σοβαρός μέσα στο μαύρο κοστούμι του κι ατσαλάκωτος
αρμένιζε ο γαμπρός.
Κι ανάμεσά τους η νύφη, πανέμορφη μέσα στα κάτασπρα.
Κρατώντας τα λουλούδια στα χέρια, βιολέτες και υάκινθους.

Κι ένα φως κάπου στο βάθος.
Όχι απο φεγγάρι, ούτε απο φάρο, ένα ανεξήγητο φως.
Που σαν να τους τραβούσε κοντά του και σαν να τους μάγευε.

Γιατί δεν ήταν ούτε κουπί, ούτε τιμόνι που οδηγούσε τη βάρκα.
Παρά μόνη της, απο αράγιστο αεράκι σμπρωγμένη
κι απο κύμα ανεπαίσθητο, σαν μαγεμένη προχωρούσε
προς το άγνωστο.

Προς την κατασκότεινη τρύπα στο βάθος, που στο έμπα της
σελάγιζε εκείνο το παράξενο, το υποχθόνιο φως.

Που σαν να ήταν ο σκοπός της ζωής τους
τους τραβούσε μέσα απ' το ανυποψίαστο όνειρο και τους 
πλάνευε.

Θανάσης Κ. Κωσταβάρας
Κήποι στον Παράδεισο



The Gibber

At the wood's mouth,
By the cave's door,
I listened to something
I had heard before.

Dogs of the groin
Barked and howled,
The sun was against me,
The moon would not have me.

The weeds whined,
The snakes cried,
The cows and briars
Said to me: Die.

What a small song. What slow clouds. What dark water.
Hath the raine a father? All the caves are ice. Only the snow's
here.
I'm cold. I'm cold all over. Rub me in father and mother.
Fear was my father, Father Fear.
His look drained the stones.

What gliding shape
Beckoning through halls,
Stood poised on the stair,
Fell dreamily down?

From the mouths of jugs
Perched on many shelves,
I saw substance flowing
That cold morning.
Like a slither of eels
That watery cheek
As my own tongue kissed
My lips awake.

Is this the storm's heart? The ground is unsmiling itself.
My veins are running nowhere. Do the bones cast out their
fire?
Is the seed leaving the old bed? These buds are live as birds.
Where, where are the tears of the world?
Let the kisses resound, flat like a butcher's palm;
Let the gestures freeze; our doom is already decided.
All the windows are burning! What's left of my life?
I want the old rage, the lash of primordial milk!
Goodbye, goodbye, old stones, the time-order is going,
I have married my hands to perpetual agitation,
I run, I run to the whistle of money.

Money money money
Water water water

How cool the grass is.
Has the bird left?
The stalk still sways.
Has the worm a shadow?
What do the clouds say?

These sweeps of light undo me.
Look, look, the ditch is running white!
I've more veins than a tree!
Kiss me, ashes, I'm falling through a dark swirl. 

Theodore Roethke
The lost son

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

Ποίημα


Πρώτη Όψη

ΚΟΙΜΑΣΑΙ. Σε ξυπνάω.
Το έξοχο πρωί σου δίνει την ψευδαίσθηση πως κάτι αρχίζει.
Ξέχασες τον Βιργίλιο. Τα εξάμετρα να τα.
Σου φέρνω χίλια πράγματα.
Των Ελλήνων τα τέσσερα στοιχεία: γη, νερό και φωτιά και αιθέρα.
¨Ενα μονάχα γυναικείο όνομα.
Τη φιλία της σελήνης.
Τα λαμπερά του άτλαντα χρώματα.
Τη λησμονιά που εξαγνίζει.
Τη μνήμη που επιλέγει και ξαναεγγράφει.
Τη συνήθεια που μας κάνει να νιώθουμε αθάνατοι.
Τη σφαίρα και τους δείκτες που τέμνουν τον άθικτο χρόνο.
Την ευωδία του σάνταλου.
Τις αμφιβολίες που αποκαλούμε, με κάποια ματαιοδοξία, μεταφυσική.
Του ραβδιού την καμπύλη που ελπίζει το χέρι σου.
Τη γεύση που σ' αφήνει το σταφύλι και το μέλι.

Πίσω όψη

ΝΑ ΞΥΠΝΑΣ κάποιον που κοιμάται
είναι μια πράξη καθημερινή, κοινή
που θα μπορούσε όμως να μας συνταράξει.
Να ξυπνάς κάποιον που κοιμάται
είναι σα να επιβάλλεις στον άλλον
την αέναη φυλακή του σύμπαντος.
Καθώς και τον χρόνο του, χωρίς αυγή ή δειλινό.
Είναι να του αποκαλύπτεις ότι είναι κάτι ή κάποιος
δεμένος μ' ένα όνομα που το δημοσιεύει
και μ'  ένα πλήθος περασμένα.
Είναι να του ταράξεις την αιωνιότητα.
Είναι να τον φορτώνεις με αιώνες και άστρα.
Είναι να επιστρέφεις στον κόσμο άλλος Λάζαρος
φορτωμένος με μνήμες.
Είναι να διασύρεις το νερό της Λήθης.


Jorge Louis Borges
Η ιστορία της νύχτας και άλλα ποιήματα