Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Μια πράξη απόγνωσης


Με τίναξε η φωνή σου εντός μου. Χτυπούσε
παραθυρόφυλλα σα να σηκώθηκε ξάφνου αέρας
θραύοντας γυαλικά και γλάστρες, τρύπωσε
στον ύπνο μες στο θάμπος του ονείρου κι όλο φύτευε
γυμνά καλώδια ηλεκτροφόρα, σα να 'τανε βλαστοί
και ρίζες λουλουδιών και σπόροι, αναδεύοντας
φορέματα κι οσμές νεκρές απ' το σεντούκι

Με τίναξε η φωνή σου και πετάχτηκα. Απ' τη βεράντα
ερχότανε ξυστά το φως της νύχτας και σε είδα
γυάλινα μάτια υγρά, χυμένα
απ' την ομίχλη κι όμως καθάρια, τόσο καθάρια
ανάμνηση που χρόνια φύλαξα
απο αδιάφορα χέρια

Τότε τα είδα λουσμένα με άλλο φως
ματόκλαδα ανοιχτά βαλσαμωμένα
σαν τα νεκρά πουλιά, τα είδα
μες σε γλυκό βυθό, σε αράγιστο καθρέφτη αποθεμένα
να με κοιτούν αμίλητα σα μάτια
σφαγμένου ζώου που ακόμα θυμάται.
Και κατάπια
τα θρύμματα απ' τα τζάμια κι έσφιξα
πάνω μου σύρματα γυμνά, ηλεκτροφόρα


Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
"Ο θάνατος του Μύρωνα" (1954-1959)

Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Δαίμονας


Zichy Mihaly "It's mine"


[...]
"Ορκίζομαι στην πρώτη μέρα του Θεού
Ορκίζομαι και στη στερνή ημέρα του,
Ορκίζομαι στην ήττα του εγκλήματος,
Στης αιωνίας αληθείας τον θρίαμβο·
Ορκίζομαι στης πτώσης μου το βάσανο,
Στον κατακάθαρο της νίκης ρεμβασμό·
Ορκίζομαι σ' αυτή μας τη συνάντηση,
Στον φρικτό κίνδυνο του ξαναχωρισμού·
Εις των πνευμάτων τα κοπάδια ορκίζομαι,
Στην τύχη όλων, που τους είμαι κύριος,
Εις τις ρομφαίες των αγγέλων των καλών,
Των ακοιμήτων μου εχθρών,-ορκίζομαι·
Ορκίζομαι στον ουρανό, στα τάρταρα,
Σ' ότι η γη έχει ιερό, και εις εσέ·
Ορκίζομαι στο τελευταίο βλέμμα σου,
Ορκίζομαι στο πρώτο μου το δάκρυ,
Εις την πνοή του άκακού σου στόματος,
Στα κύματα των μεταξένιων σου μαλλιών·
Μά την ευδαιμονία, μά τα βάσανα,
Μά και τον έρωτά μου που αισθάνομαι,-
Αρνήθηκα την παλαιάν εκδίκηση,
Αρνήθηκα τις σκέψεις τις περήφανες·
Της πονηράς της κολακείας το κεντρί
Νου κανενός δεν θα ταράξει στο εξής.
Να φιλιωθώ εγώ θέλω με τον ουρανό,
Θέλω να αγαπώ, να κάνω προσευχή,
Να έχω πίστη πλέον ποθώ στο αγαθό,
Ποθώ με δάκρυα μετανοίας να σβυσθούν
Στο μέτωπό μου, το άξιο σου, ολότελα
Αυτά τα ίχνη της ουράνιας της φωτιάς,
Κι αυτός ο κόσμος σε μια άγνοια ήσυχη
Χωρίς εμένα πλέον αιώνια ας ανθεί!
Μόνον εγώ, ως τώρα, ώ, ναι, πίστεψε,
Σ' εκτίμησα όπως πρέπει και σ' ενόησα.
Κι΄ αφού σ' εδιάλεξα ως δικό μου ιερό,
Την εξουσία μου έθεσα στα πόδια σου.
Σαν δώρο περιμένω την αγάπη σου,
Για μια στιγμή, σου δίνω αιωνιότητα.
Σαν στη κακία, πίστεψε στον έρωτα,
Ταμάρα. Είμαι μεγάλος κι' αμετάβλητος...
Σαν τέκνο του αιθέρος εγώ, λεύθερος
θε να σε πάρω σε μεριές υπέραστρες,
Και θάσαι κει του κόσμου η βασίλισσα,
Ω φίλη μου παντοτινή κι αιώνια.
Χωρίς καμιά λύπη, κι' απο μακρυά
Θε να κυττάζεις εδώ πάνω εις τη γη,
Που δεν υπάρχει ούτ' ευτυχί' αληθινή,
Ούτ' ομορφιά που να βαστά αιώνια,-
Που μόνο τιμωρία και εγκλήματα,
Μόνο χυδαία πάθη είναι για να ζουν,-
Που ούτε καν γνωρίζει κανείς άφοβα
Ή να μισεί ελεύθερα, ή ν' αγαπά.
Ή μήπως δεν γνωρίζεις τι είνε τάχατες
ο έρωτας ο στιγμιαίος των θνητών;-
Εν' απλό κύμα ζωηρό του αίματος!-
Αλλά παγώνει και το αίμα με καιρό.
Ας είναι εις τους άλλους μια παρηγοριά
Ο κλήρος, που τους έλαχεν εδώ στη γη.
Τον ουρανό δεν άγγιξαν η σκέψεις των,
Δεν φθάνουν κόσμο πιο καλύτερο απ' αυτόν.
Αλλά εσύ, ωραίο δημιούργημα,
Για άλλα προωρίσθηκες απο καιρό.
Αλλοιώτικο σε περιμένει βάσανο,
Κι' άλλων μεγάλο βάθος ενθουσιασμών!
Τα πνεύματα, πούνε στην εξουσία μου
Θα φέρω να τα ρίξω μπρος στα πόδια σου.
Σκλάβες πολλές μαγευτικές, ανάλαφρες,
Θε να σου φέρω να σου δώσω, ωραία μου.
Για σένα απο τ' άστρο το ανατολικό
Θα κόψω ένα στέφανο ολόχρυσο,
Μεσονυχτάτικη δροσιά απ' τα λούλουδα
Θε να μαζέψω να τον ράνω με αυτήν.
Μ' αχτίδα δύσης άλικης το σώμα σου
Σαν με κορδέλα θα στολίσω ολόγυρα,
Και θα ποτίσω τον αέρα γύρω σου
Με άρωμα της πιο καθάριας μυρωδιάς!
Σε κάθε ώρα με αρμονία θαυμαστή
Την ακοή σου θα χαϊδεύω πρόθυμος.
Παλάτια θα σου χτίσω πλούσια, όμορφα,
Με κεχριμπάρι και πετράδια ακριβά.
Στης θάλασσας τα βαθιά θε να βουτηχθώ,
Στα σύννεφα θε να πετάξω αψηλά,
Και θα σου δώσω όλα, ό,τι έχ' η γη-
-Αγάπησέ με!..."
[...]

Mikhail Lermontov
Μτφρ. Γώγου Αγιάσσου
Εκδοση λογοτεχνικού περιοδικού "Γράμματα" 1916



Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Οκτάνα


Leonora Carrington
Απόσπασμα

Οκτάνα , φίλοι μου, θα πη μεταίχμιον της Γης και του Ουρανού, όπου το ένα στο άλλο επεκτεινόμενο ένα τα δύο κάνει.
Οκτάνα θα πη πυρ, κίνησις, ενέργεια, λόγος σπέρμα.
Οκτάνα θα πη έρως ελεύθερος με όλας τας ηδονάς του.
Οκτάνα θα πη ανά πάσαν στιγμήν ποίησις, όμως όχι ως μέσον εκφράσεως μόνον, μα ακόμη ως λειτουργία του πνεύματος διηνεκής.
Οκτάνα θα πη η εντελέχεια εκείνη, που αυτό που είναι αδύνατον να γίνη αμέσως το κάνει εν τέλει δυνατόν, ακόμη και την χίμαιραν, ακόμη και την ουτοπίαν, ίσως μια μέρα και την αθανασίαν του σώματος και όχι μονάχα της ψυχής.
Οκτάνα θα πη το «εγώ» «εσύ» να γίνεται (και αντιστρόφως το «εσύ» «εγώ») εις μίαν εκτόξευσιν ιμερικήν, εις μίαν έξοδον λυτρωτικήν, εις μίαν ένωσιν θεοτικήν, εις μίαν μέθεξιν υπερτάτην, που ίσως αυτή να αποτελή την θείαν Χάριν, το θαύμα του εντός και εκτός εαυτού, κάθε φοράν που εν εκστάσει συντελείται.
Οκτάνα θα πη η ενόρασις και η διαίσθησις εκείνη, που επιτρέπουν σωστά να νοιώθης, να καταλαβαίνης όλην την αγωνίαν των αλγούντων, τα λόγια τα συμβολικά του Ιησού, όλην την σκέψιν των αθέων, τας αστραπάς των προφητών και όλην την σημασίαν των τηλαυγών εκλάμψεων του Ζαραθούστρα.
Οκτάνα θα πη (χωρίς να περιφρονούμε του γήρατος την σοφίαν) θα πη πάση θυσία διατήρησις της παιδικής ψυχής εις όλα τα στάδια της ωριμότητος, εις όλας τας εποχάς του βίου, διότι άνευ αυτής και η πιο χρυσή νεότης γρήγορα στάχτη γίνεται και χάνεται και φεύγει και μένει στη θέσι της η θλίψις, η άνευ ελπίδων μεταμέλεια και η στυγνή ρυτίς.
Οκτάνα θα πη εν πλήρει αθωότητι Αδάμ, εν πλήρει βεβαιότητι Αδάμσυν-Εύα.
Οκτάνα θα πη οι άνθρωποι άγγελοι να γίνουν, αλλ άγγελοι με φύλον φανερόν, συγκεκριμένον.
Οκτάνα θα πη επί γης Παράδεισος, επί της γης Εδέμ, χωρίς προπατορικόν αμάρτημα, πέραν πάσης εννοίας κακού.
Οκτάνα θα πη απόλυτος ενότης πνεύματος και ύλης.
Οκτάνα θα πη διατήρησις επαφής και στα απώτερα σημεία των εξελίξεων με πάσαν πηγήν που όντως αποτελεί των αρχετύπων της ζωής ιερή μια νερομάνα.
Οκτάνα θα πη παν ότι μάχεται τον θάνατον και την ζωήν παντού και πάντοτε διαφεντεύει.
Οκτάνα θα πη αληθινή ελευθερία και όχι εκείνη η φοβερά ειρωνεία, να λέγεται ελευθερία ό,τι χωρεί ή ό,τι εναπομένει στα ελάχιστα περιθώρια που αφήνουν στους ανθρώπους οι απάνθρωποι νόμοι των περιδεών και των τυφλών ή ηλιθίων.
Οκτάνα θα πη , όχι πολιτικής, μια ψυχικής ενότητος Παγκόσμιος Πολιτεία (πιθανώς Ομοσπονδία) με ανέπαφες τις πνευματικές και εθνικές ιδιομορφίες εκάστης εθνικής ολότητος, εις μίαν πλήρη και αρραγή αδελφοσύνην εθνών, λαών και ατόμων, με πλήρη σεβασμόν εκάστου, διότι αυτή μόνον εν τέλει θα ημπορέση διά της κατανοήσεως, διά της αγωνιστικής καλής θελήσεως, ουδόλως δε διά της βίας, τας τάξεις και την εκμετάλλευσιν του ανθρώπου από τον άνθρωπον να καταργήση, να εκκαθαρίση επιτέλους!

Οκτάνα θα πη παντού και πάντα εν ηδονή ζωή.
Οκτάνα θα πη δικαιοσύνη.
Οκτάνα θα πη αγάπη.
Οκτάνα θα πη παντού και πάντα καλωσύνη.
Οκτάνα θα πη η αγαλλίασις εκείνη που φέρνει στα χείλη την ψυχή και εις τα όργανα τα κατάλληλα με ορμήν το σπέρμα.
Οκτάνα, φίλοι μου, θα πη, απόλυτος μη συμμόρφωσις με ό,τι αντιστρατεύεται, ή μάχεται, ή αναστέλλει την έλευσιν της Οκτάνα.
Οκτάνα θα πη μη συμμετοχή και μη αντίταξι βίας εις την βίαν.
Οκτάνα θα πη ό,τι στους ουρανούς και επί της γης ηκούετο, κάθε φοράν που ως μέγας μαντατοφόρος, με έντασιν υπερκοσμίου τηλεβόα, ο άγγελος Κυρίου εβόα.
Ιδού με ολίγα λόγια, αλλά σαφή, ιδού τι θα πη, φίλοι μου, Οκτάνα.
Και τώρα θα προσθέσω:
Όσοι από σας πια βαρεθήκατε στον κόσμο αυτόν τον άδικον και τον βλακώδη να άγεσθε και να φέρεσθε από τους ψεύτες, από τους σοφιστάς και λαοπλάνους, όσοι πια βαρεθήκατε οι δεσμοφύλακές σας σαν τόπια ταλαίπωρα να σας εξαποστέλλουν εις τον Καϊάφα και πριν απ αυτόν στον Aννα, προσμένοντας να έλθη η Ώρα η χρυσαυγής, η πολυύμνητος και ευλογημένη, όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, όσοι την σημερινήν ελεεινήν πραγματικότητα να αλλάξετε ποθείτε, προσμένοντας να έλθη η Ώρα, όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, ελάτε και ως ανακράξωμεν μαζί (νυν και αεί, νυν και αεί) σαν προσευχή και σαν παιάνα, ας ανακράξωμεν μαζί, με μια ψυχή, με μια φωνή ΟΚΤΑΝΑ!

Γλυφάδα, 20.8.1965


Ανδρέας Εμπειρίκος
"Οκτάνα"

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

The eye of Brassai (1899-1984)



"Just as night birds and nocturnal animals bring a forest to life when its daytime fauna fall silent and go to ground, so night in a large city brings out of its den an entire population that lives its life completely under cover of darkness." (Brassai)

Couple d'amoureux sous réverbère, quartier Italie  1932


"Wall, a refuge for so much that is forbidden, gives voice to those who otherwise would be condemned to silence." (Brassai)


Chez Suzy 1932


 
Avenue de l’Observatoire Avenue de l'observatoire 1936


Une Fille, Rue Quincampoix 1932

           

PARIS AT NIGHT

Τρία σπίρτα αναμμένα ένα ένα μέσα στη νύχτα
Το πρώτο για να δω ολόκληρο το πρόσωπό σου
Το δεύτερο για να δω τα μάτια σου
Το τρίτο για να δω το στόμα σου
Κι ολόκληρη η σκοτεινιά για να μου θυμίζει όλο αυτό
Σφίγγοντάς σε στην αγκαλιά μου.


Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

Σκοτεινό μάτι τον Σεπτέμβρη


Λιθοσκεπής χρόνος. Και πιο δαψιλείς πηγάζουν
οι βόστρυχοι του πόνου γύρω απο το πρόσωπο της γης,
το μεθυσμένο μήλο, το μαυρισμένο απο την ανάσα
μιας αμαρτωλής διδαχής: όμορφοι και εχθρικοί στο
παιχνίδι,
που παίζουν μέσα στην ύπουλη
αντανάκλαση του μέλλοντός τους.

Για δεύτερη φορά ανθίζει η καστανιά:
σημάδι της φτωχής ελπίδας
που αναθερμάνθηκε
για γρήγορη επιστροφή του Ωρίωνα: ο αστροφεγγής
ζήλος των τυφλών φίλων του ουρανού
τον καλεί στη σκεπή του.

Ακάλυπτο σις πύλες του ονείρου
ερίζει ένα μοναχικό μάτι.
Ό,τι συμβαίνει κάθε μέρα,
αυτό του φτάνει μόνο να γνωρίζει:
στο ανατολικό παράθυρο
του φανερώνεται τη νύχτα η ισχνή
περιπλανώμενη μορφή των αισθημάτων.

Στην υγρασία του ματιού της βυθίζεις το σπαθί.

Paul Celan
"Μήκων και μνήμη"

Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

Παραλήρημα

Ωστόσο έρχεσαι στ' όνειρο, για να με βασανίζης σαν έμμονος εφιάλτης. Ήρθες και χθες και προχθές. Και ξαναήρθες κι απόψε...
Γδυνόσουνα. Κλειστά τα παράθυρά σου, η γρίλλια σου και ο ροζ ο μπερντές. Και ως το δρόμο ανατριχιαστικοί οι κρότοι και τα θροϊσματα των πραγμάτων, των φορεμάτων που 'φεγγαν απο πάνω σου. Εδώ το ένα δακτυλίδι κι έπειτα τ' άλλο, εκεί τα διπλά βραχιόλια που ακουμπούσαν στης τουαλέττας το κρύσταλλο. Και τα γοβάκια που έβγαιναν, και το φουστάνι έπειτα μαζί με τη ζώνη σου, στην καρέκλα...
Και εγδυνόσουνα. Κι εφτερούγιζαν γύρω σου χιλιάδες έρωτες με μικρά φτερά κι έβλεπα πέταλα ρόδων να σκορπιούνται στα λευκά σου σεντόνια και τον εαυτό μου ανάποδα στο προσκέφαλό σου να μετρώ του ταβανιού σου τα σχέδια ως που να 'ρθης. Ήρθες; Ας παίξη η μουσική. Το ηρωικόν εμβατήριον των μεγάλων εμπνεύσεων ας ανακρούση το μίσος αυτών που μένουν απ' έξω.

Και εγδυνόσουνα. Και άρχιζε γύρω ο χορός των επίπλων. Και ο καθρέπτης, εραστής της ντουλάπας χρόνια κολλημένος μαζύ της εμιλούσε στην ψιλόλιγνη σιφονιέρα, κι αυτή με το στόμα της, το επάνω συρτάρι της ανοικτό, έχασκε. Και η κουνουπιέρα κυματιστή έκανε υποκλίσεις στο σκαμνάκι της τουαλέτας και η τουαλέτα έφευγε, γλυστρούσε, εκρυβότανε, εγύριζε πίσω μεθυσμένη από την τζαζ των σακακιών. Θεοί!...
Μήπως δεν θα πεθάνουμε όλοι; Μήπως κι αυτό το κρεββάτι της ηδονής και της αγάπης δεν θα γίνη κάποτε πόνου κρεββάτι; Μήπως εδώ δεν θα αναστενάξη τον τελευταίο της στεναγμόν, κουρασμένη, ρυτιδωμένη, ανήμπορη, η γενεά των ανθρώπων; Ω! Ας σταματήση ο χορός των επίπλων. Ας γονατίσουν όλα στο πέρασμα του τελευταίου Ενός. Καθρέπτης, τουαλέτες, κρεββάτια, καθίσματα ας γονατίσουν. Περνά των επίπλων ο Βασιλεύς. Τα καρφιά του τα έχει καρφώσει ο Μωρεάς, ο Παλαμάς έκοψε εις το δάσος τα ξύλα του, ο μαρτυρικός Σοπέν έκλαψεν εις τον τελειωμό του, ο Μπίκλιν εζωγράφισε την απόκοσμη στέγη του.
Και εγδυνόσουν. Και εφορούσες εσύ αραχνοΰφαντο νυκτικό και εγώ απ΄ έξω τα σάβανά μου.Η καμαρά σου , ευγενικά χαριτωμένη, μικρή αρωματική κι απ' έξω απέραντος, μαύρος ο δρόμος. Τώρα κάτσε εσύ και κοιμήσου, εγώ τραβώ. Η μουσική ας προηγηθεή. Άγνωστοι κόσμοι, πεθαμένοι αστέρες, πλανήται με χρυσές ουρές, ας έμπουν μπροστά. Ο γαλαξίας ας ακολουθή σαν χρυσή διαδήλωσις. Έπειτα ας παραταχθούν τα εξαπτέρυγα των ερώτων. Έπειτα ο ίππος μου ο πολεμικός.
Κι έπειτα εγώ, ο νεκρός.


Ρώμος Φιλύρας
"Η ζωή μου εις το Δρομοκαϊτειον και άλλα αυτοβιογραφικά"

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Μην αφήσεις το άλογο...

Marc Chagall, Over Vitebsk, 1913-1914

Μην αφήσεις το άλογο
να φάει το βιολί
φώναξε του Σαγκάλ η μάνα
Μα εκείνος
συνέχισε
να ζωγραφίζει
Και έγινε διάσημος
Κι εξακολούθησε να ζωγραφίζει
Το Άλογο με το Βιολί στο Στόμα
Κι όταν λοιπόν το τέλειωσε
πήδησε πάνω στο άλογο
κι έφυγε καβάλα
ανεμίζοντας το βιολί
Κατόπιν με μιαν επίκυψη βαθιά το 'δωσε
στον πρώτο τσίτσιδο γυμνό που συναπάντησε
Άνευ χορδών και άνευ
όρων

Lawrence Ferlinghetti
Μτφρ. Χρήστος Τσιάμης

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Πρώται εντυπώσεις


Ωραίο είνε ότι εδώ μέσα μας φέρονται σαν να είμαστε γνωστικοί. Ξυπνάμε, τρώμε, κοιμούμαστε σύμφωνα με τον κανονισμό. Αυτοκράτορες, Θεοί , Βασιληάδες, υποχρεωνόμαστε να σηκωθούμε την ώρα που ορίζει ο κύριος νοσοκόμος. Δεν ρωτάει αν θέλουμε και αν μπορούμε να διακόψουμε την υπερκόσμια αποστολή μας. Αν είνε έτσι, τι όφελος να είμαστε τρελοί; Και μεις σκλάβοι της ανθρώπινης στενοκεφαλιάς;


Ο διπλανός μου λόγου χάριν, είνε ένας άνθρωπος που ταξιδεύει. Ταξιδεύει ο καϋμένος! Προτού πλαγιάσουμε στο θάλαμο για να κοιμηθούμε, βγάνει από τις τσέπες του ένα σωρό παληόχαρτα και ατελείωτα κουβάρια σπάγγους, πακετάρει μεθοδικά το κρεββάτι του, τα ρούχα, τα παπούτσια του και μας λέει αντί για καληνύχτα «καλή αντάμωση».
Ταξιδεύει, πάει στη Λειψία, στο Παρίσι, στο Βερολίνο , στην Αίγυπτο, Ινδίες, Μαρόκο…. Επιτρέπετεαι, λοιπόν ο πρώτος τυχών νοσοκομάκος με ένα σκούντημα να ξυπναει και να ξαναφέρνει πάλι πίσω στο Δρομοκαΐτειο τον άνθρωπον που του δόθηκε με λίγα παληόχαρτα και κάτι σπάγγους να ταξιδεύει σαν το πουλί, να κάνει κάθε νύχτα και από ένα θείο ταξίδι; Θάλασσες, περιβόλια, εκκλησιές, μουσεία και τι δεν μας περιγράφει ξετυλίγοντας μεθοδικά το πακεταρισμένο του κρεββάτι. ΄Ολη την ημέρα ύστερα γυρίζει σκυφτός, αμίλητος, ψάχνοντας για παληόχαρτα. Μια φορά που τον εξύπνησεν απότομα ο νοσοκόμος, του φώναξε απελπισμένα.
-Ασε με , για το Θεό, χάνω το τραίνο….

Συνεχίζεται....
Ρώμος Φιλύρας (1898-1942)
"Η ζωή μου εις το Δρομοκαίτειον και άλλα αυτοβιογραφικά"

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Παραίσθηση


Πόδια για να δεχτούν τα φιλιά των νερών και τα δικά μου,
σκονισμένα από το χορό,
κοιμήθηκαν γυμνά μέσα στη χούφτα μου
τα μελαχρινά δίδυμα.
Κι όταν ξημέρωσε
σημάδι δεν έμεινε στο χόρτο που πάτησαν
για να μου δείξει το δρόμο που πήρανε.


Μήτσος Παπανικολάου

"Ποιήματα"
Εκδ. Πρόσπερος

Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Στον άνεμο μετέωρος θε να 'μαι


Andrew Mamo - Black Frost (2003)



Andrew Mamo - Every distance longer (2003)


Andrew Mamo - The great majority (2003)


Like the leaf clings to the tree,
Oh, my darling, cling to me
For we're like creatures in the wind,
and wild is the wind



Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Δίχως Φθόνο


Ναι, η ματιά του φθόνο δεν έχει
γι' αυτό και τον τιμάτε.
Καθόλου δεν τον νοιάζουν οι τιμές σας.
Έχει το αετίσιο μάτι για το μακρινό
δεν βλέπει εσάς, βλέπει μονάχα άστρα, άστρα!




Friedrich Nietzsche
Ποιήματα
Μτφρ. Αλέξανδρος Αλεξάνδρου

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Paul Nash


"Eclipse of the sunflower", 1945


Ah sunflower

Ah Sunflower, weary of time,
Who countest the steps of the sun;
Seeking after that sweet golden clime
Where the traveller's journey is done;


Where the Youth pined away with desire,
And the pale virgin shrouded in snow,
Arise from their graves, and aspire
Where my Sunflower wishes to go!




William Blake 
 
 
 

"Death, about which we are all thinking, death, I believe
is the only solution to this problem of how to be able to fly"

--Paul Nash, Aerial Flowers, 1945

Ακούγοντας Patti Smith - In my blakean year (ode to William Blake)

Περισυλλογή



Την τέφρα μας με αυστηρότητα του δικαστή και του πολίτη
θα την προσβάλλει ο απόγονος με στίχους περιφρονητικούς,
γεμάτους χλευασμό πικρό του εξαπατημένου γιου
ενάντια στον κατασπάταλο κι ανεύθυνο πατέρα.




Mikhail Lermontov (1814-1841)
Μτφρ. Γιώργος Σοϊλεμεζίδης


Ολόκληρο το ποίημα εδώ

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

Τέσσερις Ωδές


Nα θέλεις λίγα: θα τα έχεις όλα.
Tίποτε να μη θέλεις: θα είσαι ελεύθερος.
O ίδιος ο έρωτας που νιώθουν
Για μας, μας απαιτεί, μας καταπιέζει.
Για να είσαι μεγάλος, να είσαι ακέραιος: Tίποτε
Δικό σου να μην υπερβάλλεις ή να μη διαγράφεις.
Nα είσαι όλα σε κάθε πράγμα. Nα βάζεις όσα είσαι
Kαι στο ελάχιστο που κάνεις.
Eτσι σε κάθε λίμνη ολόκληρη η σελήνη
Λάμπει, γιατί ζει ψηλά.

Aναρίθμητοι ζουν μέσα μας,
Aν σκέφτομαι ή αν νιώθω, αγνοώ
Ποιος μέσα μου σκέφτεται ή νιώθει.
Eίμαι μονάχα ο τόπος
Oπου νιώθουν ή σκέφτονται.
Eχω περισσότερες από μια ψυχές.
Yπάρχουν περισσότερα εγώ απ' το ίδιο το εγώ μου.
Yπάρχω ωστόσο
Aδιάφορος για όλους,
Tους κάνω να σιωπούν: εγώ μιλάω.

Oι διασταυρωμένες παρορμήσεις
Oσων νιώθω ή δεν νιώθω
Πολεμούν μες σ' αυτόν που είμαι.
Tις αγνοώ. Tίποτε δεν υπαγορεύουν
Σ' αυτόν που γνωρίζω ότι είμαι: εγώ γράφω.

O θεός Παν δεν πέθανε,
Σε κάθε κάμπο που δείχνει
Στα χαμόγελα του Aπόλλωνα
Tα γυμνά στήθη της Δήμητρας -
Aργά ή γρήγορα θα δείτε
Nα εμφανίζεται εκεί
O θεός Παν, ο αθάνατος.
Oχι δε σκότωσε άλλους θεούς
O θλιμμένος χριστιανός θεός.
O Xριστός είναι ένας ακόμη θεός,
Ίσως ένας που έλειπε.
O Παν συνεχίζει να δίνει
Tους ήχους απ' τον αυλό του
Στ' αυτιά της Δήμητρας
Που καμαρώνει στους κάμπους.

Oι θεοί είναι οι ίδιοι,
Πάντοτε λαμπεροί και γαλήνιοι,
Γεμάτοι από αιωνιότητα
Kαι περιφρόνηση για μας,
Φέρνοντας τη μέρα και την νύχτα
Kαι τις χρυσαφένιες σοδειές
Oχι για να μας δώσουν
Tη μέρα και την νύχτα και το στάρι
Mα για άλλον και θείο
Tυχαίο σκοπό.

Fernando Pessoa
"Ωδές και ποίηματα"

Μτφρ. Ανδρέας Παγουλάτος

Ακούγοντας Waterboys-the return of pan

Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Ο ΑΓΓΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ DANTE GABRIEL ROSSETI ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ


Άκου!
Σου έλεγα τότε την αλήθεια
την ήξερα τότε την αλήθεια

–  Όχι, μου έλεγες
τα πουλιά φυτρώνουν
τα γουρούνια πετάνε
τα λουλούδια περπατάνε
οι άνθρωποι, λένε πάντα ψέματα

σου έδειχνα ένα πουλί
έλεγες – Είναι λουλούδι
σου έδειχνα ένα λουλούδι
όχι, έλεγες – Είναι πουλί

κι οι άνθρωποι λένε πάντα ψέματα

τώρα εγώ βλέπω το φεγγάρι
αυτό το σπασμένο σπαστικό
παιδί
που ο Ιούλιος Βερν
έλεγε κάποτε:
–  Οι άνθρωποι θα το κατοικήσουν
βλέπω
αυτό το μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
που ρίχνουν κάθε μέρα με κρότο
πάνω του πρόκες
κι επιμένουνε
να τ’ ονομάζουν

ΓΗ

ίσως να είχες δίκιο τότε

γι’ αυτό μπόρεσες και έζησες
γι’ αυτό μπόρεσα και έζησα

ΑΥΓΗ

Μίλτος Σαχτούρης
συλλογή ΧΡΩΜΟΤΡΑΥΜΑΤΑ (1980)


Dante Gabriel Rossetti  (1828-1882)

The Palace of Art by Dante Gabriel Rossetti (1857)

Sibylla Palmifera

Under the arch of Life, where love and death,
Terror and mystery, guard her shrine, I saw
Beauty enthroned; and though her gaze struck awe,
I drew it in as simply as my breath.
Hers are the eyes which, over and beneath,
The sky and sea bend on thee, -which can draw,
By sea or sky or woman, to one law,
The allotted bondman of her palm and wreath.

This is that Lady Beauty, in whose praise
Thy voice and hand shake still, -long known to thee
By flying hair and fluttering hem, -the beat
Following her daily of thy heart and feet,
How passionately and irretrievably,
In what fond flight, how many ways and days!

 





Παρασκευή, 7 Μαΐου 2010

Γράμμα απο τα τελευταία


Ακόμα θυμάμαι την άνοιξη, σε πονάει σα μια παλιά
περιπέτεια
το βράδυ που κατεβαίνει μοιράζοντας μοναξιά, τον πιο
μυστικό μου καημό
το απόγευμα μέχρι την ώρα της καρδιάς, το βράδυ ως την 
ώρα του ύπνου
αγάπη μου, όλο και περισσότερο χάνουμε σε αισθήματα
στον κινηματογράφο και στις φιλικές συναντήσεις
στην ευκολία των συναλλαγών, στην κοσμούπολη
ή στην νεκρή επαρχία, στο βουνό και στη θάλασσα, το χειμωνα
ή μια έναστρη βαθιά καλοκαιριά

Η αγνότητα, η καλή καρδιά στην παρέα
όλα σ' αφήνουν ή τους αφήνεις στα μικροπράγματα

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
"Δύσκολος θάνατος" (1950-1953)

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010

Σιωπή, επιτέλους!




 Kenichi Hoshine



Hello darkness, my old friend,

I've come to talk with you again,

Because a vision softly creeping,

Left its seeds while I was sleeping,

And the vision that was planted in my brain

Still remains

Within the sound of silence.

In restless dreams I walked alone

Narrow streets of cobblestone,

'Neath the halo of a street lamp,

I turned my collar to the cold and damp

When my eyes were stabbed by the flash of a neon light

That split the night

And touched the sound of silence.

And in the naked light I saw

Ten thousand people, maybe more.

People talking without speaking,

People hearing without listening,

People writing songs that voices never share

And no one dare

Disturb the sound of silence.

"Fools" said I, "You do not know

Silence like a cancer grows.

Hear my words that I might teach you,

Take my arms that I might reach to you."

But my words like silent raindrops fell,

And echoed

In the wells of silence

And the people bowed and prayed

To the neon god they made.

And the sign flashed out its warning,

in the words that it was forming.

And the sign said, "The words of the prophets

are written on the subway walls

And tenement halls."

And whisper'd in the sounds of silence.






Ποιον ήχο παράγει η σιωπή σου; Είναι απλό. Παράγει τους ήχους του περιβάλλοντος και των άλλων ανθρώπων, συν την απουσία της φωνής σου. Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η συνειδητή απουσία σου ενώ είσαι παρών; Πολλά.Η σιωπή σου μπορεί να είναι συναινετική ή αμυντική ή προκοινωνική, δηλαδή να στέκεις στον χώρο ως βουβή «άγρια» ύλη. Ένα σαρκωμένο μενίρ που αρνείται να γίνει ηχείο. Υπάρχει και η σιωπή του Φρόιντ, ο οποίος συχνά αποκοιμιόταν καθιστός καθώς ο ψυχαναλυόμενος του μιλούσε ξαπλωμένος στον καναπέ, μα δεν είναι της ώρας. Ένα είναι το σίγουρο.

Ότι, καθώς η σιωπή συχνά είναι πιο ασαφής από την ομιλία, πρέπει να την ακούς με μεγαλύτερη προσοχή. Αλλά και να την εκπέμπεις με μεγάλη οικονομία.


Σάκης Σερέφας


Ψιλόβροχο (XI)


Δεν είναι η μνήμη. Σκιά και φως

σιωπή πολύγλωσση κι αγκαλιά μονάχα.


Μάρκος Μέσκος


Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

Το άρρητο είναι αβαρές


Κι αίφνης το άρρητο μια σαστισμένη σαύρα
πάνω σε ξερολιθιά
στα εσώρουχα του καταρράχτη 
στην αυπνία του κροταλία
στην αφράτη γεωμετρία των φράκταλς

Σκαριά σχημάτων στήνουνε τον χώρο
ο χρόνος είναι ηχοβλεψίας αιρεσιουργός
η απόχη του δεν πιάνει το άρρητο
ούτε τη μάζα του που δεν αλλάζει σε ενέργεια
κι ας πάει να την ξεσέρνει το άγιο φως του Άλμπερτ

Τα νετρίνα δεν έχουν τίποτα που να μετριέται
   το μόνο που μπορούν είναι που καταδιώκουν τ' όνομά τους
         οι πλανήτες να ψήνουνται στο ερυσίπελας
                το ανθηρό εκτόπλασμα του εγώ
να πέφτει σε πληθυντικούς εγείς εγών
                    κι ο λαμπαδίας βήμα χήνας στο λιθόστρωτο

                    Ώ άγρια νοημοσύνη του Χάους 
τα όρια τα όρια 
το άνευ.
Έκτωρ Κακναβάτος
"Χαοτικά Ι"

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

Ονειροπόλος

Ο Ονειροπόλος σε πέντε συνέχειες με τυχαία σειρά και σε άγνωστο χρόνο

Kees van Dongen (1877-1968)
La danse de Carpeaux (Le bal masqué à l'Opéra)

ΙΙ

Υστερα θυμόταν ένα χορό μεταμφιεσμένων. Υποχρεωτικό ένδυμα ορισμένης εποχής. Κυρίες, με μεταξωτά ροζ ή ουρανιά κρινολίνα, με πουδραρισμένα μαλλιά, με πράσινες και χρυσές περούκες, έπεφταν ημίγυμνες, γεμάτες εμπιστοσύνη, στα χέρια των δουκών - χρηματομεσιτών και μαρκησίων - καπνεμπόρων. Εσφίγγονταν τόσο, που τα μέτωπά τους ακουμπούσαν κάποτε στα χείλη των καβαλιέρων και η στεφάνη του κρινολίνου ανασηκωνόταν.
Παραμερίζοντας όλοι, εσχημάτισαν ένα κύκλο στο κέντρο της αιθούσης, και τέσσερα ζεύγη, τα πιο εξαϋλωμένα, άρχισαν να χορεύουν μενουέτο. Η παραίσθησις ήταν πλήρης. Το κομμάτι θα περιείχε βέβαια δυο τρεις μαγικές νότες, που επαναλαμβάνονταν σε κάθε φράση, και οι νότες αυτές δημιουργούσαν την ατμόσφαιρα της περασμένης εποχής, συνεχή, κρυστάλλινη. Τα μικρά, γρήγορα βήματα, οι κομψές υποκλίσεις, τα νοσταλγικά βλέμματα, τα γεμάτα συγκρατημένο ερωτισμό χαμόγελα, περίεργες εστάμπες που είχαν διατηρηθεί άθικτες στην προθήκη ενός μουσείου.
Έπειτα έγινε το πιο απροσδόκητο. Οι χορευτές έχασαν το λογαριασμό τους. Ενώ έπρεπε να υπολογίσουν ακριβώς πόσα χρόνια είχαν υποχωρήσει προς το παρελθόν, για να μπορέσουν να ξαναγυρίσουν και να βρουν την προσωπικότητά τους, έβλεπε κανείς πως είχαν γελαστεί. Ανεπανόρθωτα γελαστεί. Εκατό ολόκληρα χρόνια επροχώρησαν, χωρίς βέβαια να το υποπτευθούνε. Παρακολουθούσε τώρα τις κινήσεις τους. Οι τέσσερεις γυναικείοι σκελετοί, θανάσιμα κομψοί, επήγαιναν προς τους αντρικούς, κ' έπειτα επέστρεφαν με μελαγχολική χάρη, σα ν' αναγνώριζαν το λάθος τους. Οι καβαλιέροι σταματούσαν, και το κρανίο τους εβάραινε στη γη, ενώ ψηλά, με ηλεκτρικά γράμματα που άναβαν κ΄έσβηναν, ήταν γραμμένο: ΑΠΟΚΡΕΩ 2027.

Κ. Γ. Καρυωτάκης
"Τα πεζά"

Κυριακή, 2 Μαΐου 2010

Επίκουρου επιστολή προς Μενοικέα


Περί ευτυχίας

[...] Και την αυτάρκεια τη θεωρούμε αγαθό μεγάλο, όχι επειδή μας αρέσει να αρκούμαστε πάντα στα λίγα αλλά για να μπορούμε να αρκούμαστε στα λίγα όταν δεν έχουμε πολλά, πιστεύοντας ακράδαντα ότι ακόμη κι εκείνοι που έχουν ελάχιστα ανάγκη την πολυτέλεια, την απολαμβάνουν όταν την αποκτούν με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση και ότι εκείνα που είναι φυσικό να μας αρέσουν είναι καλοδεχούμενα, ενώ τα άλλα, τα περιττά, δεν μας ενδιαφέρει να τα αποκτήσουμε. Ακόμη ότι ένας λιτός χυλός μπορεί να δώσει την ίδια ευχαρίστηση μ' ένα πολυτελές δείπνο, αρκεί να έχει τη δύναμη να εξαλείψει τελείως το βασανιστήριο που προκαλείται απο την έλλειψή του. Και το ψωμί και το νερό είναι ικανά να δώσουν τη μέγιστη ευχαρίστηση, όταν τα απολαμβάνει κάποιος που τα χρειάζεται πάρα πολύ.
Το να μάθει κανείς στην απλή και όχι στην πολυτελή διατροφή και καλό στην υγεία του κάνει, και τον δυναμώνει στις απαιτήσεις της ζωής, και απολαμβάνει καλύτερα τα πολυτελή γεύματα, που θα του τύχουν, και γίνεται άφοβος στις κακοτυχίες.[...]

Αυτά λοιπόν και όλα όσα σχετίζονται με αυτά να συλλογίζεσαι μέρα και νύχτα και μόνος σου και με τους φίλους σου και ποτέ, ούτε στον ύπνο ούτε στον ξύπνιο σου, δε θα ταραχτείς αλλά θα ζήσεις σαν θεός ανάμεσα στους ανθρώπους. 
Γιατί καμιά ομοιότητα με θνητό ον δεν έχει ο άνθρωπος που ζει περιστοιχιζόμενος απο αγαθά αθάνατα.



Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

Βράδυ Πρωτομαγιάς


ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

Στα τζάμια σου μπουμπουκιάζει η χτεσινή βροχή
τώρα που η παραλία ανάβει τα φανάρια της.
Ένα καϊκι στάθηκε καταμεσίς στο πέλαγο.
Γαλήνη.
Περίμενε δω με το βλέμμα στις σταγόνες
(δυο ανθισμένες γαλάζιες σταγόνες τα μάτια σου).
Περίμενε. Θα ξημερώσει.
Θέλω να σε ξέρω στο παράθυρο
αγναντεύοντας κατά τον τόπο της χαραυγής
νοσταλγώντας το περσινό καλοκαίρι.
(Τα νερά ν' ανασαίνουν ζεστασιά
το γυμνό σώμα της ημέρας πλαγιάζει μες στα στάχυα
κι ανάμεσα απ' τα δάχτυλα κρυφοκοιτάει μια παπαρούνα.)
Θέλω να σου χαρίσω ένα τόσο δα ουράνιο τόξο
τώρα στα γενέθλια της δεκαοχτάχρονης αυγής,
ένα λουλουδένιο δαχτυλίδι
μια υπόσχεση ελπίδας.


Άρης Αλεξάνδρου
"Ακόμα τούτη η άνοιξη"