Κυριακή, 2 Μαΐου 2010

Επίκουρου επιστολή προς Μενοικέα


Περί ευτυχίας

[...] Και την αυτάρκεια τη θεωρούμε αγαθό μεγάλο, όχι επειδή μας αρέσει να αρκούμαστε πάντα στα λίγα αλλά για να μπορούμε να αρκούμαστε στα λίγα όταν δεν έχουμε πολλά, πιστεύοντας ακράδαντα ότι ακόμη κι εκείνοι που έχουν ελάχιστα ανάγκη την πολυτέλεια, την απολαμβάνουν όταν την αποκτούν με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση και ότι εκείνα που είναι φυσικό να μας αρέσουν είναι καλοδεχούμενα, ενώ τα άλλα, τα περιττά, δεν μας ενδιαφέρει να τα αποκτήσουμε. Ακόμη ότι ένας λιτός χυλός μπορεί να δώσει την ίδια ευχαρίστηση μ' ένα πολυτελές δείπνο, αρκεί να έχει τη δύναμη να εξαλείψει τελείως το βασανιστήριο που προκαλείται απο την έλλειψή του. Και το ψωμί και το νερό είναι ικανά να δώσουν τη μέγιστη ευχαρίστηση, όταν τα απολαμβάνει κάποιος που τα χρειάζεται πάρα πολύ.
Το να μάθει κανείς στην απλή και όχι στην πολυτελή διατροφή και καλό στην υγεία του κάνει, και τον δυναμώνει στις απαιτήσεις της ζωής, και απολαμβάνει καλύτερα τα πολυτελή γεύματα, που θα του τύχουν, και γίνεται άφοβος στις κακοτυχίες.[...]

Αυτά λοιπόν και όλα όσα σχετίζονται με αυτά να συλλογίζεσαι μέρα και νύχτα και μόνος σου και με τους φίλους σου και ποτέ, ούτε στον ύπνο ούτε στον ξύπνιο σου, δε θα ταραχτείς αλλά θα ζήσεις σαν θεός ανάμεσα στους ανθρώπους. 
Γιατί καμιά ομοιότητα με θνητό ον δεν έχει ο άνθρωπος που ζει περιστοιχιζόμενος απο αγαθά αθάνατα.