Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Επειδή ο κόσμος είναι ακατανόητος, περιμένω να μου εξηγήσουν...


Όσο περισσότερο προχωρώ, τόσο περισσότερο βλέπω να ελαττώνονται οι πιθανότητες μου να σέρνομαι απο τη μια μέρα στην άλλη. Για να πω την αλήθεια, αυτό συνέβαινε πάντα: δεν έζησα μες το πιθανό, αλλά μέσα στο αλλόκοτο. Η μνήμη μου σωριάζει βυθισμένους ορίζοντες.

Καθώς ποτέ δεν συνέπεσα παρά με το ενδιάμεσο που με χωρίζει απο τα όντα και τα πράγματα, με το κενό που ανοίγεται μέσα σε καθεμιά απο τις αισθήσεις μου. Τότε πώς να μην εκπλήσσομαι βλέποντας με να εγκρίνω οτιδήποτε, να αναλαμβάνω την ευθύνη των λόγων μου, να συμφιλιώνομαι με τους δισταγμούς μου, ακόμη και με τις πεποιθήσεις μου;
Τόση αφέλεια με θλίβει και με καθησυχάζει.

E.M. Ciorian
Ο κακός δημιουργός

Απο το πρόγραμμα της παράστασης "καρέκλες" του Ε. Ιονέσκο
Σκηνοθεσία Αλεξάνδρα Θεολόγου
Μετάφραση Πέτρος Μαλαμίδης
Παίζουν: Κώστας - Conie Ισαακίδης, Άννα Γριβάκου, Γιώργος Κουτρότσιος

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Η μεγάλη νύχτα


Σε θαύμαζα συχνά, στεκόμουν στο χτες αρχινισμένο παραθύρι,
στεκόμουν και σε θαύμαζα. Ακόμη μου ήταν η καινούργια
πολιτεία σαν απαγορευμένη και το αμετάπειστο τοπίο
σκοτείνιαζε μακρυά, ως να μην υπήρχα. Δε μπαίνανε στον
κόπο
τα πιο κοντινά πράγματα, κατανοητά να μου είναι. Στα
φανάρια
πάνωθε ορμούσε το σοκάκι: είδα πως ήταν ξένο.
Αντίκρυ μια κάμαρα, συμπαθητική, καθαρισμένη στη λάμπα-
κιόλας έπαιρνα μέρος· το νιώσανε, τα μαγαζιά κλείσαν.
Στεκόμουν. Κ' ύστερα έκλαψε ένα παιδί. Ήξερα, οι μητέρες,
γύρω στα σπίτια, τι μπορούσαν-, κ' ήξερα συνάμα
κάθε κλάμματος την απαρηγόρητη αφορμή. Ή τραγούδησε
μια φωνή κ' ένα κομμάτι μακρυά απλώθηκε,έξω
απο την προσμονήν, ή έβηχε, μες σε πολλές μουρμούρες,
ένας γέρος, σαν να 'χε δίκιο το κορμί του να τα βάζει
με τον πιο γλυκό κόσμο. Ύστερα χτύπησε μια ώρα-,
αλλ΄ άργησα να τη μετρήσω και μ' άφησε πίσω-.
Σαν παιδί, σαν ξένος, όταν τον δέχονται, επιτέλους,
μα δεν αρχίζει τον χορό και δε γνωρίζει κανένα
απο τα παιγνίδια, οπυ οι άλλοι επιδέξια τόσο
παίζουνε μεταξύ τους, στέκει εκεί και κοιτάζει πέρα,
αλλά πού; - στεκόμουν και, ξάφνου, πως μαζί μου
ασχολείσαι, πως έπαιζες, εννόησα, ω μεγάλη
νύχτα, και σε θαύμασα. Όπου πύργοι
οργίζονταν, όπου απομακρυσμένου πεπρωμένου
μια πολιτεία με τριγύριζε, και δεν απλώνονταν κοντά μου
βουνά, που πολύ μάντευα, κι όπου, σε κοντινήν έκτασην,
άγνοια
πεινασμένη περικύκλωνε το τυχαίο τρεμούλιασμα
των αισθήσεών μου - : εκεί, ω ύψος, δεν ήταν
καμιά ντροπή για σένα τ' ότι με γνώριζες. Περνούσεν
η πνοή σου απο πάνω μου. Το χαμόγελό σου, το μοιρασμένο
με πολλή σοβαρότητα, μέσα μου εισχωρούσε.


Rainer Maria Rilke
"Ποίηματα"
Μτφρ. Αρης Δικταίος

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Bela Lugosi's dead



Nouvelle Vague - Bela Lugosi's dead
(original version Bauhaus)

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Ο Masao Yamamoto στο νησί του μεσημεριού

Την πρώτη φορά που είδε το νησί ο Μαρίνι ήταν σκυμμένος ευγενικά πάνω απο ένα κάθισμα στην αριστερή μεριά, κατεβάζοντας το πλαστικό τραπεζάκι για ν' ακουμπήσει τον δίσκο με το πρωινό. Η επιβάτισσα τον είχε κιόλας κοιτάξει κάμποσες φορές καθώς πηγαινοερχόταν να φέρει περιοδικά ή ποτήρια με ουίσκι. Ο Μαρίνι καθυστέρησε στερεώνοντας το τραπεζάκι κι αναρωτιόταν βαριεστημένος αν άξιζε τον κόπο να ανταποκριθεί στο επίμονο βλέμμα της επιβάτισσας, μιας συνηθισμένης Αμερικάνας, τη στιγμή που απο το γαλάζιο, οβάλ φινιστρίνι μπήκε η ακτή του νησιού, τα χρυσαφένια κρόσια της ακρογιαλιάς, οι λόφοι που σκαρφάλωναν ως το έρημο οροπέδιο.


Ένα έρημο ξερονήσι, εκτός και αν εκείνη η μολυβένια κηλίδα στη βόρεια ακτή ήταν κανένα σπίτι ή κάποιος πρωτόγονος οικισμός. Προσπάθησε ν' ανοίξει την κονσέρβα με το χυμό κι όταν ξανακοίταξε, το νησί είχε σβηστεί απ' το φινιστρίνι· έμενε μόνο η θάλασσα, ένας πράσινος, αχανής ορίζοντας. Κοίταξε το ρολόι του χωρίς να ξέρει γιατί· ήταν ακριβώς μεσημέρι.







Τη μέρα εκείνη, τα δίχτυα διαγράφοντας με κάθε λεπτομέρεια πάνω στην άμμο κι ο Μαρίνι θα 'παιρνε όρκο ότι η μαύρη κουκίδα αριστερά στην ακρογιαλιά ήταν κάποιος ψαράς που θα πρέπει να κοιτούσε το αεροπλάνο. "Καλημέρα", συλλογίστηκε χωρίς λόγο.

Δεν μπορούσε να περιμένει άλλo· ο Μάριος Μερόλης θα του δάνειζε τα χρήματα που του υπολείπονταν για το ταξίδι και μέσα σε τρεις μέρες το πολύ θα ΄ταν στην Ξίρο. Με τα χείλια κολλημένα στο φινιστρίνι, χαμογέλασε καθώς σκεφτόταν πως θα σκαρφαλώσει ως την πράσινη κηλίδα, ότι θα βουτήξει γυμνός στη θάλασσα, στους βορινούς όρμους, θα πιάνει χταπόδια με τους ντόπιους, προσπαθώντας να συνεννοηθεί με γέλια και χειρονομίες. Μια και το είχε αποφασίσει τίποτα δεν ήταν δύσκολο: ένα νυχτερινό τρένο, ένα πρώτο πλοίο, ένα δεύτερο πλοίο, παλιό και βρώμικο, σκάλα στη Ρύνο, το ατέλειωτο παζάρι με τον καπετάνιο του καϊκιού, η νύχτα στη γέφυρα, η γεύση του ούζου και του αρνιού, το ξημέρωμα ανάμεσα στα νησιά. Αποβιβάστηκε χαράματα κι ο καπετάνιος τον παρουσίασε σ' έναν ηλικιωμένο που θα πρέπει να 'ταν ο γεροντότερος. Ο Κλάιος τον έπιασε απο τ' αριστερό χέρι και του μίλησε αργά αργά, κοιτώντας τον στα μάτια· δυο νεαροί τον ακολουθούσαν και κατάλαβε πως ήταν γιοί του. Ο καπετάνιος του καϊκιού εξάντλησε τα λίγα αγγλικά του: είκοσι κάτοικοι, χταπόδια, ψάρεμα, πέντε σπίτα, Ιταλός τουρίστας πληρώσει νοίκι Κλάιο.

...ήξερε πως ποτέ του πια δεν πρόκειται ν' αφήσει το νησί και πως με κάποιον τρόπο θα 'μενε στο νησί για πάντα. Έφτασε να φαντάζεται τον αδελφό του, τη Φελίζα, την έκφρασή τους καθώς θα μάθαιναν πως θα 'μενε εκεί να ζήσει σ' ένα ξεμοναχιασμένο ξερονήσι. Και τους είχε κιόλας ξεχάσει καθώς γύριζε για να βγει στην ακρογιαλιά.

Ξάπλωσε ανάσκελα πάνω στις ζεστές πέτρες, συνήθισε τις πυρωμένες κόψεις τους και κοίταξε κατακόρυφα τον ουρανό. απο μακριά ακούστηκε το βουητό ενός κινητήρα.
Κλείνοντας τα μάτια, είπε μέσα του πως δεν θα κοιτάξει το αεροπλάνο, πως δε θ' αφήσει να μολυνθεί απ' το χειρότερο μέρος του εαυτού του που θα περνούσε πάλι πάνω απ' το νησί. Μα μέσα απο τα μισοσκότεινα βλέφαρά του, φαντάστηκε τη Φελίζα να προσφέρει εκείνη ακριβώς τη στιγμή τους δίσκους, και τον αντικαταστάτη του , ο Τζόρτζιο ίσως ή κάποιος καινούργιος απο άλλη γραμμή, να φέρνει χαμογελώντας κι αυτός μποτίλιες το κρασί ή τους καφέδες. Νιώθωντας ανίκανος να παλέψει μ' όλο αυτό το παρελθόν, άνοιξε τα μάτια του κι ανασηκώθηκε, και την ίδια στιγμή είδε το δεξιό φτερό του αεροπλάνου πάνω σχεδόν απ' το κεφάλι του, να γέρνει ανεξήγητα, οι τουρμπίνες άλλαξαν ήχο κι έπεσε σχεδόν κάθετα στη θάλασσα.



Κατέβηκε τρέχοντας σαν τρελός το λόφο, σκοντάφτοντας στα βράχια κι ανάμεσα στ' αγκάθια που τον έγδερναν. Το νησί του έκρυβε το σημείο της πτώσης, μα έστριψε πριν φτάσει στην ακτή και κόβοντας δρόμο πέρασε την πρώτη κορυφή του λόφου και βγήκε στη μικρή αμμουδιά. Η ουρά του αεροπλάνου είχε βυθιστεί καμιά εκατοστή μέτρα πιο εκεί, μέσα στην απόλυτη σιωπή. Ο Μαρίνι πήρε φόρα και ρίχτηκε στο νερό με την ελπίδα πως το αεροπλάνο θα ξανάβγαινε στην επιφάνεια μα δε φαινόταν παρά μόνο το κύμα που κυλούσε απαλά, ένα χαρτοκιβώτιο που στριφογύριζε παράλογα πάνω ακριβώς στο σημείο της πτώσης και , την τελευταία στιγμή, όταν πια δεν υπήρχε λόγος να συνεχίσει κολυμπώντας, ένα χέρι που βγήκε απο το νερό για μια στιγμή έδωσε στον Μαρίνι αφορμή ν' αλλάξει κατεύθυνση· βούτηξε, άρπαξε απο τα μαλλιά τον άνθρωπο που πάλευε να γαντζωθεί επάνω του και ρουφούσε μ' έναν ήχο βραχνό τον αέρα που άφηνε ο Μαρίνι ν' αναπνεύσει κρατώντας τον σε απόσταση. Τον έσυρε αργά αργά ως την ακτή, σήκωσε στα χέρια το ασπροντυμένο σώμα και το ξάπλωσε πάνω στην άμμο, κοιτώντας το πρόσωπό του, γεμάτο αφρό, που το' χε κιόλας κυριεύσει ο θάνατος, αιμορραγώντας απο μια τεράστια πληγή στο λαρύγγι. Δεν είχε νόημα η τεχνητή αναπνοή, γιατί σε κάθε σύσπαση η πληγή άνοιγε όλο και περισσότερο κι ήταν σαν ένα στόμα φριχτό που φώναζε στον Μαρίνι και που κατέστρεφε τη μικρή του ευτυχία, που τόσο λίγο κράτησε σε τούτο το νησί, και του ψιθύριζε μέσα σ'ένα ποτάμι απο αίμα, κάτι που δεν μπορούσε να καταλάβει. Τα παιδιά του Κλάιου έφτασαν τρέχοντας και παραπίσω οι γυναίκες. Όταν έφτασε ο Κλάιος, οι νεαροί τριγύρισαν το σώμα που ήταν ξαπλωμένο στην άμμο, χωρίς να μπορούν να καταλάβουν που βρήκε τη δύναμη να κολυμπήσει ως την ακτή και να συρθεί μέσα στο αίμα μέχρι εκεί. "Κλείσ' του τα μάτια", είπε κλαίγοντας μια γυναίκα. Ο Κλάιος κοίταξε τη θάλασσα, ψάχνοντας με το βλέμμα μήπως και σώθηκε κανείς. Αλλά όπως πάντα ήταν μονάχοι τους στο νησί, κι αυτό το πτώμα με τα ορθάνοιχτα μάτια ήταν ο μοναδικός νεοφερμένος ανάμεσα σ' εκείνους και τη θάλασσα.




Αποσπάσματα απο το διήγημα "το νησί του μεσημεριού" του Julio Cortázar
Φωτογραφίες του Masao Yamamoto
Μετάφραση Δημήτρης Καλοκύρης

Ακούγεται ο Dave Berry στο Crying game

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Η αγνή κόρη του Ηράκλειτου και η Ευριδίκη


Η αγνή κόρη του Ηράκλειτου

Φλεγόμενη συκιά! Τριανταφυλλιά της Εφέσου!
η αγνή κόρη του Ηράκλειτου
μ' έναν κομήτη σε κάθε κόγχη του ματιού
υψώνεται: μνημείο απο αναμμένα κάρβουνα

Καταραμένο προσωπείο της καμίνου
τα στήθη σου - ήλιοι κατακόκκινοι - θρύβονται
τα αιχμάλωτα πουλιά σου στριφογυρίζουν
σφηκοφωλιά φωτιάς που τίποτε δεν την καταπραϋνει

Μυρμήγκια απο φωτιά μες στις προβιές σου
σκύλοι φωτιάς που γελάνε και δαγκώνουν
δυστυχία στις ομορφιές της Ιωνίας!

Άρπα απο στάχτη! Μαντολίνο
απο φωτιά! Μουσική για πάντα δική σου!
Το πάν μέσα σου είναι σκέψη και σε απανθρακώνει!

 


Ευριδίκη

Στην είσοδο του κάτω κόσμου
στην αποβάθρα της λήθης
έφυγες χωρίς να στραφείς πίσω
Δεν μπόρεσα να σου κόψω τα σιδερένια λουλούδια
απο τα κάγκελα που χώριζαν τις ζωές μας

Έμεινα ολομόναχος στο γερασμένο δρόμο μας
ένα άσπρο άλογο βγαίνοντας απο τα βάθη των αιώνων
οσμίστηκε το αλάτι απο τα δάκρυα
κι ήρθε να γλείψει το χέρι μου

Μια παλιά εφημερίδα που την έσερνε ο άνεμος
σταμάτησε και σκέπασε τα πόδια μου
για να τα προφυλάξει απο την παγερή μοναξιά


Yvan Goll
Ποιήματα (1920-1950)
Μτφρ. Ε. Χ. Γονατάς

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Το κτίσμα - der bau


Penny Davenport

Απόσπασμα απο "το κτίσμα"

Τον πόνο αυτού του λαβύρινθου πρέπει λοιπόν να τον αντέχω και σωματικά, κάθε φορά που βγαίνω περίπατο, και είναι για μένα δυσάρεστο και συγκινητικό μαζί, όταν καμιά φορά χάνω για μια στιγμή το δρόμο μου μέσα στο ίδιο μου το κατασκεύασμα και το έργο φαίνεται πως κάνει πάντα προσπάθειες να αποδείξει σε μένα, που η κρίση μου είναι γι' αυτό απο καιρό διαμορφωμένη, το δικαίωμα της ύπαρξής του. Είμαι κάτω απο το σκέπασμα των μούσκλων, που μερικές φορές - καθώς περνάει πολύς καιρός να το κουνήσω απο το σπίτι - πιάνει ρίζες στο χώμα του δάσους, και τότε χρειάζεται μόνο ένα τίναγμα του κεφαλιού και βρίσκομαι έξω. Αυτή την μικρή κίνηση δεν τολμάω να την κάνω για πολύν καιρό, κι αν δεν είχα να υπερνικήσω πάλι τον λαβύρινθο της εισόδου, σίγουρα θα το παράβλεπα και θα ξαναγύριζα. Πώς; Το σπίτι σου είναι προφυλαγμένο, τελειωμένο. Ζεις σε ειρήνη, ζεστά, τρέφεσαι καλά, κύριε, μοναδικέ άρχοντα πλήθους διαδρόμων και πλατειών, και όλα αυτά δεν θέλεις προφανώς να τα θυσιάσεις, αλλά κατά κάποιον τρόπο να τα εγκαταλείψεις, έχεις φυσικά τη βεβαιότητα να τα ξανακερδίσεις, δέχεσαι όμως να παίξεις ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο παιχνίδι; Όχι, για κάτι τέτοιο δεν μπορούν να υπάρχουν λογικές αιτίες. Και όμως, σηκώνω τότε προσεχτικά την καταπακτή και βγαίνω έξω, την αφήνω πάλι προσεχτικά να σφαλίσει και τρέχω, όσο πιο γρήγορα μπορώ, μακριά απο τον προδοτικό τόπο.

Franz Kafka
"Το Σινικό τείχος και άλλα διηγήματα"

Ακούστε το κομμάτι der bau απο τους Socos & The Live Project Band απο το cd "Kafka"

03. der bau.mp3