Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Η μεγάλη νύχτα


Σε θαύμαζα συχνά, στεκόμουν στο χτες αρχινισμένο παραθύρι,
στεκόμουν και σε θαύμαζα. Ακόμη μου ήταν η καινούργια
πολιτεία σαν απαγορευμένη και το αμετάπειστο τοπίο
σκοτείνιαζε μακρυά, ως να μην υπήρχα. Δε μπαίνανε στον
κόπο
τα πιο κοντινά πράγματα, κατανοητά να μου είναι. Στα
φανάρια
πάνωθε ορμούσε το σοκάκι: είδα πως ήταν ξένο.
Αντίκρυ μια κάμαρα, συμπαθητική, καθαρισμένη στη λάμπα-
κιόλας έπαιρνα μέρος· το νιώσανε, τα μαγαζιά κλείσαν.
Στεκόμουν. Κ' ύστερα έκλαψε ένα παιδί. Ήξερα, οι μητέρες,
γύρω στα σπίτια, τι μπορούσαν-, κ' ήξερα συνάμα
κάθε κλάμματος την απαρηγόρητη αφορμή. Ή τραγούδησε
μια φωνή κ' ένα κομμάτι μακρυά απλώθηκε,έξω
απο την προσμονήν, ή έβηχε, μες σε πολλές μουρμούρες,
ένας γέρος, σαν να 'χε δίκιο το κορμί του να τα βάζει
με τον πιο γλυκό κόσμο. Ύστερα χτύπησε μια ώρα-,
αλλ΄ άργησα να τη μετρήσω και μ' άφησε πίσω-.
Σαν παιδί, σαν ξένος, όταν τον δέχονται, επιτέλους,
μα δεν αρχίζει τον χορό και δε γνωρίζει κανένα
απο τα παιγνίδια, οπυ οι άλλοι επιδέξια τόσο
παίζουνε μεταξύ τους, στέκει εκεί και κοιτάζει πέρα,
αλλά πού; - στεκόμουν και, ξάφνου, πως μαζί μου
ασχολείσαι, πως έπαιζες, εννόησα, ω μεγάλη
νύχτα, και σε θαύμασα. Όπου πύργοι
οργίζονταν, όπου απομακρυσμένου πεπρωμένου
μια πολιτεία με τριγύριζε, και δεν απλώνονταν κοντά μου
βουνά, που πολύ μάντευα, κι όπου, σε κοντινήν έκτασην,
άγνοια
πεινασμένη περικύκλωνε το τυχαίο τρεμούλιασμα
των αισθήσεών μου - : εκεί, ω ύψος, δεν ήταν
καμιά ντροπή για σένα τ' ότι με γνώριζες. Περνούσεν
η πνοή σου απο πάνω μου. Το χαμόγελό σου, το μοιρασμένο
με πολλή σοβαρότητα, μέσα μου εισχωρούσε.


Rainer Maria Rilke
"Ποίηματα"
Μτφρ. Αρης Δικταίος