Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Να πούμε...

Τρατάρηδες εσύρανε έξω στ' ακρογιάλι το τεράστιο κτήνος της θάλασσας. Σφάδαζε πάνω στην αμμουδιά, με τα λευκά μαλακά της κοιλιάς του στραμμένα προς τον ήλιο. Όλος ο αγέρας πλημμύρισε με μια μυρωδιά σα βουρκάρι, που όλο κι' εδυνάμωνε καθώς το ζώο ετίναζε απεγνωσμένα τα πλατειά του γλοιώδη πόδια. Κόσμος μαζώχτηκε τριγύρω να σπουδάση την απαίσια μορφή του τέρατος, να παρακολουθήση την αργή αγωνία του. Θέλησα να πλησιάσω να το δω κι εγώ, αλλά είτανε αδύνατο με το τόσο πλήθος που είχε συναχτή. Μια κυρία ντυμένη με μόνο το καπέλλο της, φορτωμένο μ' αινιγματώδη φτερά, μου εψιθύρισε σε τόνο απαλής στοργής: " - Είναι τυφλό" 'Α, ώστε έτσι, είναι τυφλό! Αφού είναι τυφλο, τι 'ναι λοιπόν αυτά που μας έλεγε ο Seurat περί του κόκκινου φωτοστεφάνου γύρω απο τις πράσινες φυλωσιές, στις παρισινές λεωφόρους, σαν ανάψουν τα φανάρια; Τι 'ναι λοιπόν αυτός ο θόρυβος των παιδικών φωνών που δεν μας αφίνει το τραμ να τις διακρίνουμε καθαρά; Τι 'ναι αυτά τα κόκκινα βελούδινα γάντια που φορέσατε στα χέρια σας; Μη βγάζετε τα παπούτσια σας, καλή, προσμένετε ναρθη η νύχτα. Κι' η νύχτα ήρθε. Το τέρας είχε λησμονηθή, οι τρατάρητες είχανε φύγει, το πλήθος είχε διαλυθή. Το φεγγάρι είτανε τσίγκινο και το μετέφεραν πάνω στο στερέωμα μ' ένα σπάγγο. Η αυλαία άρχισε να πέφτη σιγά σιγά.


Νίκος Εγγονόπουλος
Η επιστροφή των πουλιών