Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Ουλαλούμ...



Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ' τα νερά
κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το "μ π ά"
που μ' έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και - τάχας - σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο - ωιμένα -
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ μ' αγάπησες Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω - στραβός - μεσ' τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .

Γιάννης Σκαρίμπας
Ουλαλούμ


Κι έφυγα. Τράβηξα πολύ βιαστικός στη δουλειά μου.
Όπου βλέπω κειδά το γιατρό Εξαδάχτυλο, νάρχεται μ' ένα βιβλίο "υπο μάλης"¨. Στ' αντίκρυσμά του, κλονίστηκα κι έκαμα μεταβολή ν' αποφύγω. Μα αυτός με κατάφτασε. Και λοιπόν; τον ρωτώ.
-Να μόλις διάβηκα - τον ακώ - κάτω απο τα κλειστά παράθυρά της, κάτω απ' τη μεταξωτή θύμησή της. Η ανάμνησή της μου αχτινοβόλησ' εκεί, λοξές λάμψεις και όπιο, μου μύρισε εσώρρουχα φρεσκοσιδερωμένα και λήθη. (Κι ήταν αυτό - λέει...φοβερό...)
-Φοβερό!...λέω...ποιό; αυτά τα ασπρόρρουχα πούπατε, ή η φρεσκοσιδερωμένη της λήθη;
-Και αυτά-λέει-κι ας μας τάπες ανάποδα, αλλά προπάντων που πέθανε. Το δυστύχημα είναι (πρόστεσε τώρα σα νάσκαζε) το δυστύχημα είναι ότι τόκαμε ανέλπιστα. Πέθανε πριν να με καλογνωρίσει ποιός είμαι.
-Πώς την έλεγαν;
-Μηδά ξέρω; το ξέχασα! ξεχνώ ως και των ματιών της το χρώμα. Τώρ' αν την έβλεπα "Ουλαλούμ" θα την φώναζα...

Γιάννης Σκαρίμπας
Απ' το "σόλο του φίγκαρο"