Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Ο κλέφτης στο βυθό


Ο κλέφτης

Κλέφτης, – στ’ αλήθεια, κλέφτης, άσημος, σεσημασμένος·
παραμόνευε
γυναίκες κι άντρες, γέρους και παιδιά, φύλλα, παράθυρα,
λαμπτήρες,
παλιές κιθάρες, ραπτομηχανές, ξερά κλαδιά, τον εαυτό του.
Όλο έκλεβε
μια στάση τους, μιαν έκφραση τους, τ’ αποτσίγαρα που πετούσαν
στο δρόμο,
τα ρούχα τους, όταν γδύνονταν την ώρα του έρωτα, τη σκέψη
τους,
τ’ άγνωστα σχήματα τους, τα δικά τους, τα δικά του, κι έφτιαχνε
μεγάλες, περίεργες ανθοδέσμες ή φύτευε γλάστρες. Τώρα,
στ’ ανθοπωλείο της γειτονιάς, πίσω απ’ τα τζάμια, τον βλέπαμε
να ραντίζει με την τρόμπα τα μεγάλα τριαντάφυλλα, τις ντάλιες,
τα γαρύφαλλα
χωρίς να τα πουλάει μήτε να τα χαρίζει· – ένας κλέφτης
ιδιόρρυθμος,
ένας παρηκμασμένος πρίγκιπας μέσα στη σέρα του. Μόνο το
πρόσωπο του,
ωχρό, ξεχώριζε ανάμεσα στους πανύψηλους κρίνους,
σαν ένας νεκρός μέσα στο γυάλινο του φέρετρο. Ωστόσο,
στα κρύα του χειμώνα, αυτό το ανθοπωλείο με τ’ απούλητα
άνθη,
πάντα μας έδινε την αίσθηση μιας αιώνιας άνοιξης· κι ας μάθαμε
αργότερα
πως όλ’ αυτά τα λουλούδια ήταν χάρτινα, βαμμένα
με κόκκινη και κίτρινη μπογιά – πιότερο κόκκινη – σε
διάφορους τόνους.

Γιάννης Ρίτσος
(Μαρτυρίες Α’, 1957-1963)

Στο βυθό

Είδε το δύτη να κινείται βαθιά στο νερό
με ανάλαφρες, σάρκινες κινήσεις. Πιο πέρα
είδε το πήλινο πέος και τα πόδια του αγάλματος
να πατούν σταθερά στο βυθό. Κι είδε ακόμη
την πήλινη γυναίκα ξαπλωμένη, περιμένοντας
με το ‘να γόνατο ανασηκωμένο, μ’ ένα κόκκινο
ολότελα κόκκινο ψάρι στην κοιλιά της. Μονάχα
που δεν σαλεύαν τα φύκια, δεν υπήρχαν φύκια,
και το νόμισμα που ρίξαν από πάνω κατέβαινε αργά
ώσπου σταμάτησε μια σπιθαμή απ’ το στόμα της γυναίκας.

Γιάννης Ρίτσος
(Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη, 1967-1971)