Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Μες τη διαφάνεια του πρωινού


Μες τη διαφάνεια του πρωινού άνοιξα τα παράθυρά µου και σ'
είδ' απ’ όλα τα σηµεία χαρούµενη να κατεβαίνεις, πλαγιά-
πλαγιά τους ουρανούς, πλαγιά-πλαγιά τους λόφους, σα
νάρχεσαι από την αρχή κι άπ' την πηγή του κόσµου. Κουδούνια
και χαµόγελα το φόρεµά σου

που το φιλούν, και το γυρίζουν οι αύρες στο γαλάζιο

κι είσαι παντού µε µι' αγκαλιά τριαντάφυλλα που φέγγουν τις
πέτρες χρωµατίζοντας γύρω µου όταν βραδιάζει.

Μα όταν νυχτώνει, κλείνοντας τα τέσσερα παράθυρά µου, ενώ
στο σκούρο θαλασσί παίρνουν ν' ανθίζουν τ' άστρα, σµίγω έξω
µε του σύµπαντος το µέγα φως, το φως σου, λιώνοντας την
εικόνα σου σ' άχνινα συννεφάκια.

Κι ενώ κάτω άπ' τη στέγη µου γέρνω το µέτωπό µου

κι ακούω σκυµµένος του δικού µου κόσµου τις καµπάνες,

απ' έξω υπάρχεις εσύ: φως, στερέωµα, ουρανός,


Νικηφόρος Βρεττάκος
Η γενιά του 30 (ανθολογία ποίησης)