Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Έπρεπε τώρα


Έπρεπε τώρα να κάνω αυτό το διάβημα.
Ο πύργος χωρίς τους φρουρούς χωρίς υπαλλήλους
υψώθηκε όλος μπετόν και αδιάτρητα τα τεράστια
τείχη.
Έπρεπε τώρα να βρω τα κλειδιά που πέταξαν
μες στο βαθύ πηγάδι οι υπηρέτες φεύγοντας.
Γύρω στα τείχη πιο ψηλότερα απ το μπόι μου
τα άδεια δωμάτια χρόνια τα στόλιζα
με πράσινες λάμπες
έψαχνα στα σκονισμένα υπόγεια
κουβάλαγα σπάνιες πέτρες σπάνια γέλια
σπάνιο θάνατο
όμως ανέβαιναν οι ποταμοί με μουσικές
πλημμύριζαν το μεγάλο σαλόνι
κ’ εκεί όλα μαρμάρωναν.
Χρόνια ανάμεσα σε μάρμαρα
οι άγρυπνοι λύχνοι δε φώταγαν
όλο και απουσίαζαν.
Όμως επέμενα.
Τους συνωμότες τους χτύπησα.
Δεν έδινα το λόγο στα πουλιά.
Εγώ εξουσίαζα.


Το κεντρικό σημείο – η πλεκτάνη των χεριών
ενώ οι ήρωες έπεφταν
η επαφή των γονάτων -,
Δεν υπάρχει λοιπόν σωτηρία για τούτο το
πλάσμα σου;


Απάντησε μου εσύ – η κρητική προφορά σου
αντίθετη
η σταχτοπράσινη στολή σου αντίθετη -.
Τα σκοινιά δεν κατάλαβες στο λαιμό μας;


Τώρα πως βρέθηκα σε τούτον τον πύργο
εγώ
το πιο καλό σου παιδί
πως βρέθηκα μόνος χωρίς υπηρέτες
χωρίς τα κλειδιά και τα γέλια.


Δεν βρίσκω το ρήγμα σ’ αυτό το μπετόν
σ’ αυτά τα παλιά πηγάδια -
στις ρίζες έψαξα παντού
κλειστές και δε μιλάνε.


Κι έτσι απόμεινα με γεμάτα τα χέρια
αυτό το βαρύ δυναμίτη
που ώρα σε ώρα σκάζοντας θα με τινάξει.
Γι αυτό είναι που γυρίζω τρέχοντας
από σταθμό σε σταθμό
από τοίχο σε τοίχο
γεμάτος με δύναμη άχρηστη
και ξέρω πως σπαταλιέται.
Γι αυτό είναι που σκάβω με τα νύχια μου
αυτές τις ξερές ημερομηνίες
μήπως αστράψει κάποτες μια λύση.


Αυτό δε λέει πως μπορεί πάντα ν’ απουσιάζει.


Μιχάλης Κατσαρός (1919-1998)