Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Η μεγάλη απόδραση


«άκου» μου λέει,
«έχεις δει ποτέ καβούρια σε κουβά;»
«όχι» του λέω.
«λοιπόν, άκου τι γίνεται,
πού και πού κάνα καβούρι
ανεβαίνει πάνω στ' άλλα
κι αρχίζει να σκαρφαλώνει
προς το χείλος του κουβά,
και τότε,
πάνω που είναι έτοιμο ν' αποδράσει
ένα άλλο καβούρι το αρπάζει
και το τραβάει προς τα κάτω».
«έτσι ε; » λέω.
«έτσι» απαντάει
«έτσι ακριβώς είναι κι αυτή η δουλειά,
κανένας δεν θέλει να ξεφύγει
ο διπλανός του
από 'δώ πέρα,
έτσι είναι
τα πράγματα
στις ταχυδρομικές υπηρεσίες!»
«σε πιστεύω» τον βεβαιώνω.
εκείνη τη στιγμή, πλησιάζει
ο προϊστάμενος και λέει,
εσείς οι δύο μιλούσατε,
δεν επιτρέπεται
να μιλάτε στη διάρκεια
της δουλειάς.
εργαζόμουν εκεί
εντεκάμισι χρόνια.

σηκώθηκα απ' το σκαμνί μου
και του όρμησα σαν το καβούρι
που σκαρφαλώνει στο χείλος του κουβά·
έτσι, βγήκα
από 'κεί μέσα.

ήταν απίστευτα εύκολο.
ωστόσο, κανείς δεν με ακολούθησε.

κι ύστερα απ' αυτό,
όποτε έτρωγα
καβουροδαγκάνες
σκεφτόμουν εκείνο το μέρος.
πρέπει να το σκέφτηκα
πέντε-έξι φορές

πριν το ρίξω
στους αστακούς.



[...] μοιάζουν όλα με μια καλή παράσταση,

καθώς αναρωτιέμαι πάλι:

τι γυρεύω εγώ

 εδώ;


Henry Charles Bukowski