Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

Ο αυτοαγαπώμενος συγγραφέας αφιερώνει τούτες τις γραμμές στον εαυτό του


Δυο φράσεις
σα δυο χτυπήματα βαριά:
Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι - τα του Θεού τω Θεώ.
Όμως εγώ
τέτοιος που είμαι
πού να χωθώ
ποιά μονιά τάχα μου προορίστηκε;
'Αν ήμουνα
μικρός
σαν το μεγάλο ωκεανό,
στ' ακροδαχτύλια των κυμάτων μου θα υψωνόμουν,
με την παλίρροιά μου να χαϊδεύω τη σελήνη.
Πού να 'βρω εγώ την ερωμένη εκείνη
που να 'ναι στα δικά μου μέτρα;
Δε θ' άντεχε σ' αυτόν το μικροσκοπικό ουρανό.
'Αν ήμουνα φτωχός σαν ένας
εκατομμυριούχος.
Αλλά η ψυχή τα χρήματα χλευάζει:
πάντα ένας κλέφτης κατοικεί εκεί μέσα ακόρεστος.

Για την αφηνιασμένη ορδή των επιθυμιών μου,
όλων των Καλιφορνιών δε θα 'φτανε ο χρυσός.

Εάν αδέξια ήταν η γλώσσα μου καθώς
του Δάντη
ή του Πετράρχη!
Σκέψου, ν' ανάβει την ψυχή του μοναχά για μιαν,
όλους τους στίχους του για κέινη να ξοδεύει!
Τα λόγια μου
κι ο έρωτάς μου
είναι μια αψίδα θριάμβου, να:
κάτω της σε μεγάλη ακολουθία
παρελαύνουν ατέλειωτη σειρά
οι ερωμένες όλων των αιώνων.
'Αν ήμουν σιωπηλός
καθώς ο κεραυνός
μ' ένα μονάχα βρυχηθμό,
θα τράνταζα την ετοιμόρροπη της γης μονή.

Μα αν η πελώρια μου φωνή
ουρλιάξει μ' όλη της τη δύναμη
τότε συστρέφοντας τα πύρινά τους χέρια οι κομήτες
απ' την απελπισία τους θα συντρίβονταν.

Αν των ματιών μου οι ακτίνες κατατρώγανε τη νύχτα,
αν ήμουν θαμπός
όπως ο ήλιος!
Δουλειά δικιά μου
να ποτίζω με φως
τον αχαμνό κόρφο της γης, δω χάμου.
Θα περάσω
σέρνοντας τον τεράστιον έρωτά μου.
Απο ποιά νύχτα,
έξαλλη,
πυρετική,
ποιοί Γολιάθ μ' έχουν συλλάβει
τόσο μεγάλον
κι ανώφελον τόσο;

Vladimir Mayakovsky (1893-1930)
Μτφρ. Γιάννης Ρίτσος

Μυρίζοντας φράουλες και ακούγοντας τον άνεμο